Οι φίλοι του μπλοκ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεύκες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεύκες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

Mandragora officinarum - Μανδραγόρας

Λεύκες 13/12/2005

Ο μανδραγόρας (Mandragora officinarum L., 1753) είναι ένα ισχυρά δηλητηριώδες φυτό με πολλές ιστορίες στην μαγεία, την μυθολογία, την φαρμακευτική, την ιατρική και την γλωσσολογία. Είναι ένα φυτό κοινό στη Νότια Ελλάδα και τα νησιά.
Λαϊκό όνομα στην Αμοργό: βουδόγλωσσα, από το σχήμα των φύλλων του.
Φύεται σε πετρώδεις θέσεις και χέρσα χωράφια. Τα φύλλα είναι πολύ μεγάλα, μακρόστενα και σχηματίζουν ρόδακα. Από το κέντρο του ρόδακα αναπτύσσονται τα μικρά κυανάιώδη άνθη με εμφανείς νευρώσεις σαν φλέβες.
Οι καρποί του είναι κίτρινες ράγες σε σχήμα μικρού μήλου, ένα χαρακτηριστικό που οδήγησε τον Διοσκουρίδη να ονομάσει το φυτό «αντίμηλον». Το συναντάμε φυτρωμένο, ανθισμένο ή καρπισμένο στην μεγαλύτερη διάρκεια του έτους με εξαίρεση το καλοκαίρι.
Η ρίζα του μανδραγόρα είναι σαρκώδης, μεγάλη, κάθετη, διχαλωτή από ένα σημείο και ανθρωπόμορφη σύμφωνα με την λαϊκή παρατηρητικότητα. Με την χαρακτηριστική ανθρωπόμορφη ρίζα του πέρασε από τα πανάρχαια χρόνια στον χώρο της μαγείας.
Η ρίζα του μανδραγόρα περιέχει ατροπίνη, υοσκυαμίνη, σκοπολαμίνη, μανδραγορίνη που είναι ισχυρές κατευναστικές ουσίες. Έτσι θεωρείται από τα περισσότερο τοξικά φυτά της ελληνικής χλωρίδας. Έχει πολλές φαρμακευτικές ιδιότητες (είναι και ομοιοπαθητικό) αλλά δεν χρησιμοποιείται πολύ από την λαϊκή ιατρική (που είναι συνέχεια της αρχαίας) και για την ισχυρή τοξικότητά του αλλά και διότι το ξερίζωμά του έχει συνδεθεί με ένα σωρό δεισιδαιμονίες και μαγικές πρακτικές.

Ετυμολογία:
Mandragora > από το περσικό όνομα mardum guis (= φυτό του ανθρώπου), που πέρασε σε άλλες γλώσσες // από το όνομα κάποιου αρχαίου γιατρού, ο οποίος φαίνεται ότι έκανε εκτεταμένη χρήση του φυτού και είχε επιτυχίες
officinarum > offícina, μεσαιωνικό εργαστήριο για παρακευή φαρμάκων και αρωμάτων = φαρμακευτικό
.

.



Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Spartium junceum - σπάρτο

Λεύκες 09/04/2004

Το Spartium junceum (L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: θαμνώνες, βραχώδεις τοποθεσίες σε υψόμετρα 0-800 (-1300) μ.
Θάμνος πολύκλαδος, ύψους 1-3 μ. Κλαδιά πράσινα, σχοινοειδή.
Φύλλα απλά, άμισχα, 15-25 χιλ, εύπτωτα.
Ταξιανθία βότρυς. Στεφάνη κίτρινη 25 χιλ.
Καρπός χέδρωπας συμπιεσμένος, τριχωτός στην αρχή.
Ανθίζει Απρίλιο - Ιούλιο.
Ετυμολογία:
Spartium < σπάρτον.
junceum < Juncus λατινική ονομασία για το καλάμι, το βούρλο ==> αναφορά στην μορφή των βλαστών = βουρλόμορφο.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2008

Vinca major subsp. major

Λεύκες -  12/04/2007
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Η Vinca major (L. 1753) subsp. major είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Ο Θεόφραστος το ονομάζει «χαμαιδάφνη», αφού είναι συγγενής της πικροδάφνης αλλά αναπτύσσεται χάμω στο έδαφος.
Η χρήση του φυτού ως φαρμακευτικό βότανο ανάγεται στην αρχαιότητα. Ο Διοσκουρίδης την αναφέρει ως «κληματίδα, φιλαιτέριον, δαφνοειδές, μυρσινοειδές ή πολυγονοειδές» και απέδιδε στα φύλλα και τα κοτσάνια της πολλές θεραπευτικές ιδιότητες για την αντιμετώπιση του πονόδοντου, της δυσεντερίας και της διάρροιας.
Περιέχει αλκαλοειδή, καροτίνη, βιταμίνη C, σαπωνοειδείς ουσίες, τανίνες και γαλακτικό οξύ. Από τα αλκαλοειδή, η βινκαμίνη χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική ως αγγειοδιασταλτικό και ως διεγερτικό του εγκεφάλου και η ρεσερπίνη για να κατεβάζει την αρτηριακή πίεση.
Βιότοπος: υγρές, σκιερές θέσεις σε υψόμετρα 0-110 μ.
Πολυετές φυτό, αναρριχητικό ή έρπον με φύλλα μεγάλα, λεία λογχοειδή, συχνά καρδιοειδή στη βάση με κοντό μίσχο. Καλλιεργείται σαν καλλωπιστικό.
Άνθη μπλέ-ιώδη, μονήρη, με διάμετρο 4-5 εκ., πενταμερή, με σωλήνα τριχωτό εσωτερικά και μακρύ ποδίσκο. Σε υγρές και σκιερές τοποθεσίες. 
Άνθιση: μέσα Μαρτίου - αρχές Ιουνίου
Ετυμολογία:
Vinca < αβέβαιας ετυμολογίας - πιθανώς από το pervinca < pervínco νικώ (τις ασθένειες εννοείται) ή vínco νικώ.
major < ορθογραφικά λανθασμένη (αλλά ισχύουσα) μορφή του magnus = μείζων, μέγιστη.


.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2008

Calendula arvensis / Καλέντουλα των αγρών

Λεύκες 28/03/2007

Η Καλέντουλα (Calendula arvensis) είναι ένα μικρό φυτό, που δεν ξεπερνάει τα 20 εκ., με φύλλα λογχοειδή και άνθη πορτοκαλόχρωμα. Η ανθοφορία της αρχίζει από τον Δεκέμβριο και συνεχίζεται μέχρι το καλοκαίρι. Το όνομά της προέρχεται ακριβώς από την μακρά περίοδο άνθησής της (Calendae=ημερολόγιο).

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2007

Pinus pinea / Κουκουναριά


Ψηλά στην περιοχή των Λευκών, που είναι πιο κοντά στα Κατάπολα αλλά ανήκει στην περιφέρεια Χώρας, μέσα στο ασημοπράσινο τοπίο που συνθέτουν οι ελιές και οι σχίνοι ξεχωρίζουν μερικά ψηλά δέντρα με το πράσινο χρώμα τους. Είναι κουκουναριές (Pinus pinea) ένα δέντρο που δεν ανήκει στην χλωρίδα της Αμοργού αλλά είναι φερτό.


Τις κουκουναριές τις έφεραν και τις φύτεψαν πριν αρκετές δεκαετίες Αμοργιανοί που αγαπούσαν το πράσινο, όπως εκείνοι που ίδρυσαν την Φιλοδασική Ένωση Αμοργού. Η κουκουναριά είναι ένα είδος πεύκου αρκετά ευαίσθητο, που το συναντάμε στην παραλιακή ζώνη, σε υγρότοπους όπως της Σκιάθου, του Σχοινιά (Αττική) και της Στροφυλιάς (Ηλεία). Για την Αμοργό, η αξία της παρουσίας της συνίσταται στο ότι τα φερτά δέντρα έχουν ευδοκιμήσει ψηλά στο βουνό σε αρκετή απόσταση από την θάλασσα και πάντως σε εδάφη που έχουν υπόγεια νερά, όπως συμβαίνει στις Λεύκες.


Η κουκουναριά σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ, θεωρείται ως είδος προτεραιότητας για προστασία, καθώς οι φυτοκοινωνίες που σχηματίζει (δάση κουκουναριάς) είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τη διατήρηση της μεσογειακής βιοποικιλότητας.


Πέμπτη 14 Ιουνίου 2007

Nerium oleander ροδοδάφνη - πικροφυλλάδα

Ρεματιά Βαρσαμίτη, 03/08/2004


Μέσα στο φαιοκίτρινο τοπίο του μακρού και ξηροθερμικού αμοργιανού καλοκαιριού, η πικροδάφνη πλουτίζει το μάτι με πράσινες και κόκκινες αποχρώσεις.
Η πικροδάφνη (Nerium oleander L. 1753) ονομάζεται στην Αμοργό «φυλλάδα» και «πικροφυλλάδα», από το πλούσιο φύλωμμά της με έμφαση στα πικρά και δηλητηριώδη φύλλα της που, φυσικά, δεν μπορούν να τα φάνε τα κατσίκια.
Κοινό όνομα: πικροδάφνη, ροδοδάφνη.
Βιότοπος: ρεματιές και φαράγγια  με συνεχή ή εποχική ροή νερού, σε υψόμετρα 0-700 μ..
Φύλλα λογχοειδή, οξύληκτα, ανά τρία σε σπονδύλους, σκληρά.
Τα άνθη είναι μεγάλα, ρόδινα και φύονται σε ομάδες στις άκρες των βλαστών.
Είναι φυτό πολύ δηλητηριώδες αλλά και πολύ διακοσμητικό, γι' αυτό, και φυτεύεται σε κήπους, πρανή και νησίδες αυτοκινητόδρομων.
Ανθίζει Μάιο - Ιούλιο.

Ετυμολογία:
Nerium > νεαρός > νηρός > νερό ==> το νερό μιας πηγής = Νήριον
oleander > arodándrum παραφθορά της ελληνική λέξης ροδόδενδρον - μεσαιωνικό όνομα για την ροδοδάφνη.

«ῥοδοδάφνη· οἱ δὲ σπόγγος, οἱ δὲ αἱμοσταφίς, οἱ δὲ νήριον, οἱ δὲ ῥοδόδενδρον, Ῥωμαῖοι ῥοράνδρουμ, οἱ δὲ λαυρορόσα, Λουκανοὶ ἰκμανή, Αἰγύπτιοι σχινφί,...»
Διοσκουρίδης.

Πικροδάφνη ως καλλωπιστική στα Κατάπολα, 02/08/2004

Πικροδάφνη μαζί με καλαμιές στις Λεύκες, που είναι πλούσιες σε υπόγεια νερά
10/08/2004

Σκληρό και ανθεκτικό φυτό η πικροδάφνη ξεπηδάει μέσα από την σχισμή ενός βράχου στο ρέμα του Φονιά, που από την Χώρα κατεβαίνει κρεμαστό στα Κατάπολα
09/12/2005

Αυτή η πικροδάφνη ρίζωσε σε μια προεξοχή του βράχου της μονής Χοζοβιώτισσας και από τότε εποπτεύει το πέλαγος

Πέμπτη 31 Μαΐου 2007

Phoenix theophrasti / Φοίνικας του Θεόφραστου

Αγία Άννα - Χώρα


Ο Phoenix theophrasti ονομάζεται και «κρητικός φοίνικας», γιατί τον θεωρούσαν ενδημικό της Κρήτης. Αλλά δεν είναι. Υπάρχει επίσης στην Αμοργό, την Ανάφη, την Ρόδο. Αναφισβήτητα στην Μεγαλόνησο Κρήτη υπάρχει σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς και σε αρκετές (9) θέσεις. Υπάρχει όμως και στην Αμοργό, όπου ονομάζεται «φοινικιά» και μάλιστα σε τουλάχιστον τρεις θέσεις.

Αυτό το οπωσδήποτε σπάνιο δέντρο ευδοκιμεί σε περιοχές κοντά στην θάλασσα με υγρά εδάφη. Σχηματίζει συσταδες, γιατί πολλαπλασιάζεται εύκολα με παραφυάδες. Με αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά έχω φωτογραφίσει «φοίνικες του Θεόφραστου» σε τρείς θέσεις:
    • Στις Λεύκες (Χώρα - Κατάπολα)
    • Στους Αγίους Σαράντα (Χώρα - Κατάπολα)
    • Στην Αγία Άννα (Χώρα)
    • Στον Κάτω Κάμπο της Κολοφάνας (Κάτω Μεριά)
    • Στον Χόχλακα (Θολάρια)

Οι τρεις πρώτες θέσεις βρίσκονται στην κεντρική Αμοργό, δηλαδή στην περιφέρεια της Χώρας. Το κεντρικό τμήμα του νησιού, άλλωστε, είναι αυτό που έχει και τα περισσότερα νερά, λόγω της γεωλογικής του σύστασης αλλά και του μεγαλύτερου πλάτους του, λόγοι που επιτρέπουν να αναπτυχθούν κάπως μεγάλα ρέματα.

1.- Στο ρέμα των Αγίων Σαράντα διατηρείται η πρώτη συστάδα με «φοίνικες του Θεόφραστου». Η θέση είναι ηλιόλουστη με βορειοανατολικό προσανατολισμό και διατηρεί υγρασία και το καλοκαίρι, λόγω των υπόγειων ροών του ρέματος.


    'Αγιοι Σαράντα
2. - Η δεύτερη θέση με βορειοδυτικό προσανατολισμό βρίσκεται κοντά στην πρώτη, στην περιοχή των Λευκών, ανάμεσα στις παραλίες «Φοινικιές» και «Τυροκόμος». Οι Λεύκες είναι πλούσιες σε υπόγεια νερά κι έτσι προσφέρουν κατάλληλο περιβάλλον για τον σπάνιο αυτό φοίνικα. Ενδιαφέρον έχει ότι η παραλία «Φοινικιές», παρά το όνομά της, δεν έχει φοίνικες. Η περιοχή έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός βιότοπου για τον «φοίνικα του Θεόφραστου». Η παραλία έχει σχηματιστεί και τροφοδοτείται συνεχώς από το ρέμα που κατεβαίνει από ψηλά. Φαίνεται πως μάλλον είχε παλαιότερα φοίνικες, που της έδωσαν και τ' όνομά της. Σε κάποια εποχή έκοψαν τους φοίνικες και μετέτρεψαν την περιοχή σε χωράφια.

    Λεύκες
3.- Η τρίτη θέση στο καλογερικό περιβόλι της Αγίας Άννας τροφοδοτείται όλο τον χρόνο από το νερό μιας πηγής, η οποία είναι γνωστή από αιώνες, γιατί αναφέρεται και στους πορτολάνους ως θέση για προμήθεια νερού από τα ιστιοφόρα. Εδώ οι φοίνικες σχηματίζουν πάνω από μία συστάδες και κρέμονται κυριολεκτικά πάνω από την θάλασσα. Η θέση έχει νότιο προσανατολισμό, που σημαίνει ότι το καλοκαίρι η σκιά έρχεται πολύ γρήγορα.

Αγία 'Αννα

4- Η τέταρτη θέση βρίσκεται στον Κάτω Κάμπο της Κολοφάνας, σε εκβολή ρέματος και πολύ κοντά στην θάλασσα.

Κάτω Κάμπος Κολοφάνας - Κάτω Μεριά


5.- Η πέμπτη θέση βρίσκεται στην ρεματιά που κατεβαίνει στην παραλία Χόχλακας στα Θολάρια της Αιγιάλης.
Χόχλακας - Θολάρια (Αιγιάλη)

Ο Phoenix theophrasti ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του πατέρα της Βοτανικής, του Θεόφραστου (372-287 π.Χ.) που πρώτος τον περιέγραψε (Περί φυτών, 2.6.9). Ο «φοίνικας του Θεόφραστου» το 1967 θεωρήθηκε από τον Ελβετό βοτανολόγο Βέρνερ Γκρόιτερ ως ιθαγενές είδος της Κρήτης. Από τότε όμως εντοπίστηκε και σε μερικά άλλα μέρη της ανατολικής Μεσογείου ενώ υπάρχει εδώ και αιώνες στην Αμοργό, όπως φαίνεται από την ηλικία των δέντρων και την μορφολογία των συστάδων που σχηματίζουν.
Ο «φοίνικας του Θεόφραστου» φτάνει τα 15 μέτρα ύψος. Έχει λεπτούς κορμούς. Τα φύλλα του είναι πτεροειδή, με μάκρος 2-3 μέτρων. Οι καρποί του δεν θεωρούνται εδώδιμοι, δηλαδή δεν τρώγονται, γιατί η σάρκα τους είναι πολύ λεπτή, ινώδης και με στυφή γεύση. Γι' αυτόν τον λόγο και οι άνθρωποι δεν τον καλλιέργησαν, όπως συμβαίνει με άλλα είδη που δίνουν τους «χουρμάδες».
Ενδιαφέρον έχει ότι ο «φοίνικας του Θεόφραστου» πολλαπλασιάζεται εύκολα με σπόρους και ακόμα πιο εύκολα με παραβλαστήματα-παραφυάδες. Όμως η μεταφύτευση των ριζοβλαστημάτων του είναι δύσκολη.


Ετυμολογία και προέλευση
Ο Μπάουμαν που εξετάζει την ελληνική χλωρίδα από ενός είδους αρχαιολατρική ματιά υποστηρίζει ότι από μερικές λεπτομέρειες στις αναφορές των αρχαίων συγγραφέων «φαίνεται πως ο φοίνικας δεν ήταν ιθαγενής στην παλιά Ελλάδα αλλά είχε κάποτε εισαχθεί». Αναφέρει ότι «στο κρητικό τοπίο οι συστάδες από φοίνικες, σε ορισμένες ακτές και κοίτες ποταμών, φαίνονται απροσδόκητες και ο επισκέπτης αναρωτιέται μήπως πρόκειται για απομεινάρια φυτών, που είχαν εισαχθεί κάποτε από τους Μίνωες από την Αφρική και επισημαίνει ότι «την άποψη αυτή ενισχύει και το γεγονός ότι ο Όμηρος χρησιμοποιεί τη λέξη "φοίνιξ", δηλαδή το δέντρο από τη Φοινίκη.
Αυτή η άποψη του Μπάουμαν φαίνεται να πάσχει από οριενταλισμό. Η λέξη «φοίνιξ» είναι σκοτεινής προέλευσης κατά τον Μπαμπινιώτη, ενώ ο Σταματάκος πιθανολογεί ότι σχετίζεται με την καρική γλώσσα. Γεγονός πάντως είναι ότι στην αρχαία Ελλάδα η λέξη αυτή και τα παράγωγά της απέδιδε το φαιοκόκκινο χρώμα που έχουν οι καρποί του φοίκινα αλλά και του
αίματος. «Φοινίκια» ονόμαζαν στο Βυζάντιο τα μελομακάρονα από το χρώμα τους, κι έτσι συνεχίζουν να τα ονομάζουν και σήμερα σε περιοχές της Ελλάδας.
Κατά τον Σταματάκο:
  • φοινός = κόκκινος σαν αίμα // αιματηρός, φονικός. [Ετυμ.] *φον-jο-ς : φόνος > φοίνιξ
  • φοινίσσω = βάφω (κάνω) κάτι κόκκινο - παθ. κοκκινίζω
Συνεπώς ο «φοίνιξ» σχετίζεται με το κόκκινο χρώμα, όπως του αίματος, αλλά και με τον «φόνο» που παράγει αίμα. Λόγω της ύπαρξης πολλών φοινίκων ή του χρώματος του προσώπου των κατοίκων της ονομάστηκε «Φοινίκη» η παραλιακή περιοχή του σημερινού Λιβάνου και «Φοίνικες» οι κάτοικοί της. Φοίνιξ ονομάζεται στην Ιλιάδα ένας Έλληνας στρατιώτης που μετέχει στη συνέλευση του στρατού, πιθανότατα από το χρώμα του προσώπου ή των μαλλιών του (πρβ. τα νεολληνικά επώνυμα Κόκκινος, Κοκκινούλης, κλπ.)

Κατά την γνώμη μου, η άποψη ότι ο «φοίνικας του Θεόφραστου» μεταφέρθηκε στο Αιγαίο από αλλού δεν έχει βάση. Αυτό δείχνει η ετυμολογία της λέξης «φοίνιξ» και το αποδεικνύει η ύπαρξη του δέντρου ως αυτοφυούς όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στην Αμοργό (και στην Ανάφη).