Οι φίλοι του μπλοκ

Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

Crithmum maritimum

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Crithmum maritimum, L. 1753, είναι μεσογειακό φυτό, ευρύτατα διαδεδομένο στην παραλιακή Ελλάδα.
Τοπική ονομασία: κρίταμο.
Βιότοπος: βράχια, τοίχοι και αμμουδιές, πάντα κοντά στη θάλασσα.
Eίναι πολυετές φυτό με βλαστούς διακλαδισμένους.
Τα σαρκώδη φύλλα του είναι επιμήκη και έχουν χαρακτηριστικό γλαυκό χρώμα.
Τα άνθη, που είναι λευκά σε πυκνό σκιάδιο, παρουσιάζονται το φθινόπωρο.

Από νωρίς οι αρχαίοι Έλληνες ξεχώρισαν αυτό το γλαυκό φυτό με τα λογχοειδή σαρκώδη φύλλα. Το ονόμασαν Κρήθμον γιατί οι σπόροι του μοιάζουν πολύ μ’ αυτούς του κριθαριού.
Το κρίταμο είναι πλούσιο σε μεταλλικά άλατα και βιταμίνη C και χρησιμοποιείται από τα παλιά χρονια ως σήμερα σαν διουρητικό. Η γειτνίαση του φυτού με τη θάλασσα του προσδίδει μια μάλλον έντονη αλμυρή γεύση, χαρακτηριστικό που του έδωσε το προσωνύμιο «αλμύρα».
Σε πολλές παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας συλλέγονται από τον Μάιο ως τον Ιούλιο τα σαρκώδη φύλλα και οι τρυφεροί βλαστοί του φυτού για τη δημιουργία ενός νόστιμου τουρσιού που συνοδεύει ευχάριστα θαλασσινούς μεζέδες, ούζο και τσίπουρο.
Η παλιότερη αναφορά για τη χρήση αυτή του κρίταμου είναι από τον Διοσκουρίδη, ο οποίος, πέρα από τις εμμηναγωγές και διουρητικές ιδιότητες του φυτού, αναφέρει πως «λαχανεύεται εφθόν τε και ωμόν εσθιόμενον, και ταριχεύεται δε εν άλμη» δηλαδή μπορεί να φαγωθεί βραστό ή ωμό καθώς επίσης και να παστωθεί στην άλμη.
Κατά τη συλλογή των φύλλων χρειάζεται προσοχή ώστε να μη ξεριζώνεται ολόκληρο το φυτό.

Ετυμολογία
Crithmum > κρήθμον > κριθή ==> για την ομοιότητα των σπερμάτων με αυτά της Κριθής (κριθαρού).
maritimum > mare = παραθαλάσσιο.

«κρῆθμον θαμνῶδές ἐστι βοτάνιον, ἀμφιλαφές, περὶ πῆχυν τὸ ὕψος, φυόμενον ἐν πετρώδεσι καὶ παραθαλασσίοις τόποις, φύλλοις περίπλεον λιπαροῖς καὶ ὑπολεύκοις...»
Διοσκουρίδης


Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

Clematis cirrhosa

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Κληματίδα η βοστρυχώδης (Clematis cirrhosa, L. 1753), είναι μεσογειακό φυτό. Έχει ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα με εξαίρεση την βορειοδυτική χώρα.
Είναι αειθαλής, αναρριχώμενος θάμνος με ξυλώδεις βλαστούς.
Φύλλα απλά, 2,5-5 εκ., λεία, πριονωτά, τρίλοβα ή πτεροχιδή, με οδοντωτά φυλλάρια. .
Βιότοπος: φράχτες, ζώνη μεσογειακής μακκίας, σε υψόμετρα 0-600 (-1000) μ.
Τα πενταμερή, κωδωνοειδή, χνουδωτά, κρεμαστά, λευκοκίτρινα άνθη φύονται στους βλαστούς του προηγούμενου έτους.
Ανθίζει φθινόπωρο και χειμώνα και συχνά τα άνθη είναι τόσα πολλά που σκεπάζουν το φυτό. Στην ωρίμανση πλήθος αχαίνια δίνουν την εντύπωση λευκής κόμης.

Ετυμολογία:
Clematis > κλήμα, κλήματος (κλάδος αμπέλου, κληματόβεργα) = Κληματίς.
cirrhosa > cirrus, η έλικα του κλήματος, βόστρυχος (πλεξίδα-μπούκλα μαλλιών) = βοστρυχώδης


Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Asphodeline lutea

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Πρώτη αναφορά για τις Κυκλάδες.
Η Ασφοδελίνη η κίτρινη [Asphodeline lutea (L.) Rchb. 1830] είναι ευρωμεσογειακό φυτό, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα, εκτός των Κυκλάδων.
Βλαστός γεροδεμένος, μέχρι 80 εκ., με φύλλα σε όλο το μήκος του, εκτός της ταξιανθίας.
Φύεται σε πετρώδεις τοποθεσίες της ορεινής και ημιορεινής ζώνης.
Ανθίζει από τα τέλη Απριλίου.

Ετυμολογία:
Asphodeline > υποκοριστικό του Asphodelus > ασφόδελος (αβέβαιας ετυμολογίας) = Ασφοδελίνη
lutea = κίτρινη.


Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Echium plantagineum

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Echium plantagineum (L. 1771) είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Φυτό διετές, ελαφρά χνουδωτό. Τα φύλλα της βάσης μεγάλα, με ισχυρές νευρώσεις, σε ρόδακα.
Άνθη ζυγόμορφα, με κόκκινο χρώμα στην αρχή που γίνεται στη συνέχεια μοβ-μπλε. Κάλυκας κοντός. Ξεχωρίζει εύκολα από τους δυο προεξέχοντες στήμονες.
Ανθίζει από τον Μάρτιο.

Ετυμολογία:
Echium > έχις (έχιδνα) - από το σχήμα των καρπών που μοιάζει με κεφάλι φιδιού = Έχιον
plantagineum > Plantago - παρόμοιο με το γένος Plantago από τα φύλλα του.
Plantago > planta πέλμα ποδιού - αναφέρεται στο μέγεθος των φύλλων.


Arisarum vulgare

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Αρίσαρον το κοινό (Arisarum vulgare O.Targ.Tozz. 1810) είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Τοπικό όνομα: λυχναράκι.
Πολυετής πόα, εύκολα αναγνωρίσιμη από το χαρακτηριστικό κυλινδρικό σχήμα της κιτρινοπράσινης σπάθης με τις κοκκινωπές ραβδώσεις. Ο σπάδικας είναι λεπτός, κυλινδρικός με κύρτωση στο χείλος της σπάθης. Φύλλα καρδιοειδή με μακρύ μίσχο.
Ανθίζει από τα τέλη φθινοπώρου σε πετρώδεις, δροσερές τοποθεσίες.

Ετυμολογία:
Arisarum > άρι (λίαν, πολύ - εξ ου και άριστος) +άρον = Αρίσαρον, φυτό που αναφέρει ο Διοσκουρίδης.
vulgaris, -e > vúlgus κοινός, ευρέως διαδεδομένος = κοινό.

«ἀρίσαρόν ἐστι βοτάνιον μικρόν, ῥίζαν ἔχον ὡς ἐλαίας· ἔστι δὲ δριμυτέρα τοῦ ἄρου, ὅθεν νομὰς ἵστησι καταπλασσομένη, κολλύριά τε πρὸς σύριγγας ἐνεργῆ ἐξ αὐτῆς γίνεται. φθείρει δὲ καὶ αἰδοῖον παντὸς ζῴου ἐντεθεῖσα ἡ ῥίζα.»

(Διοσκουρίδης)

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Serapias orientalis subsp. carica

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Σεραπιάς η ανατολική υποείδος η καρική [Serapias orientalis (Greuter, 1972) H. Baumann & Künkele 1988 subsp. carica H. Baumann & Künkele 1989] είναι ορχιδέα της Ανατολικής Μεσογείου, με κέντρο εξάπλωσης στην Ελλάδα τα νησιά του Αιγαίου.
Το βασικό taxon περιγράφτηκε το 1972 (Greuter) από το Λασίθι της Κρήτης.
Η Serapias carica μοιάζει με την Serapias orientalis subsp. orientalis και ξεχωρίζει από το μεγαλύτερο μήκος των φύλλων, την βιολετιά απόχρωση του βλαστού της και από το «φουσκωμένο» καπέλο (hood) που σχηματίζουν τα σέπαλα-πέταλα.
Βιότοπος: λιβάδια, θαμνώνες, ελαιώνες σευψόμετρα 0-500 (-800) μ.
Άνθιση: Μάρτιος-Απρίλιος.

Ετυμολογία:
Serapias > Σεραπιάς, ορχιδέα που ονοματίζει ο Διοσκουρίδης > Σέραπις (και Σάραπις) ελληνοαιγυπτιακός θεός της Ελληνιστικής Εποχής.
orientalis > oriens (ανατολή) = ανατολική, ανατολίτικη
carica > Καρία, αρχαία περιοχή της Μικράς Ασίας = καρική


Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Anacamptis sancta

Κατάπολα
Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Anacamptis sancta [(L. 1759) R. M. Bateman, Pridgeon & M.W.Chase 1997]) εξαπλώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο από την Παλαιστίνη, το Ισραήλ, τον Λίβανο, την Συρία, την Τουρκία μέχρι την Κύπρο, την Κρήτη και το Αιγαίο. Περιγράφτηκε το 1759 από την Χάϊφα και ονομάστηκε «ιερή», γιατί στην περιοχή βρίσκονται οι Άγιοι Τόποι του χριστιανισμού.
Στην Ελλάδα είναι σχετικά σπάνια στην Κρήτη και την Κάρπαθο, σχηματίζει μεγάλους πληθυσμούς στην Ρόδο, την Αμοργό και άλλα νησιά και γενικά είναι συχνή σε νησιά των Κυκλάδων, της Δωδεκανήσου και στα μεγάλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου Ικαρία, Σάμο, Χίο και Λέσβο.
Η Anacamptis sancta (συνώνυμο: Orchis sancta) έχει στενή συγγένεια με την Orchis fragrans αλλά τα άνθη της είναι πολύ μεγαλύτερα, άστικτα, ρόδινα μέχρι λευκά. Το χείλος είναι τρίλοβο και οδοντωτό στις άκρες. Τα φύλλα στην εποχή της άνθησης έχουν ξεραθεί. Υβριδίζεται συχνά με τη συγενική της Anacamptis fragrans και μάλιστα έχει αποδώσει ένα υβρίδιο με σταθερά χαρακτηρηστικά, το Anacamptis x kallithea E. Klein.
Βιότοπος: ξηρά λιβάδια, φρύγανα, ανοικτό περιβάλλον, θαμνότοπους, υποβαθμισμένα ή υπερβοσκημένα εδάφη, σε υψόμετρα μέχρι 800 m.
Ανθίζει όψιμα από τα τέλη Απριλίου και μετά.

Ετυμολογία:
Anacamptis > ανά + κάμπτω (από την κάμψη των γυρεομαγματων προς τα πίσω).
sancta = ιερή.


Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Anchusa azurea

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Άγχουσα η γαλάζια (Anchusa azurea,  Mill. 1768) είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σ' όλη την Ελλάδα.
Συνώνυμα: Anchusa italica Retz. 1779 - Buglossum italicum (Retz.) Tausch 1824
Εκτός από την Αμοργό, στα άλλα νησιά μας αναφέρεται από την Ηρακλειά, την Δονούσα, τα δύο Κουφονήσια και τις Μάκαρες (Άγιος Νικόλαος).
Η ψηλότερη από τις άγχουσες είναι ένα όμορφο φυτό με βλαστό πυκνά διακλαδισμένο, τριχωτό. Φύεται κυρίως σε καλλιεργημένους και παλιούς αγρούς. Ανθίζει την άνοιξη. 
Η κοινή ελληνική του ονομασία είναι «βοϊδόγλωσσα» (από το σχήμα των φύλλων του) κι αποτελεί συνέχεια του αρχαίου ελληνικού «βούγλωσσον», που αναφέρουν ο Θεόφραστος και ο Διοσκουρίδης. Μάλιστα, ως Buglossum italicum το περιέγραψε ο Tausch το 1824. Τελικά, το επίσημο όνομά του είναι Anchusa azurea, επειδή περιγράφτηκε πρώτο με αυτό το όνομα.
Από την κόκκινη ρίζα της Γαλάζιας Άγχουσας παραγόταν στην αρχαιότητα κόκκινη βαφή, που την χρησιμοποιούσαν ως καλλυντικό και ως τέτοιο το γνώριζαν ο Γαληνός και ο Πλίνιος. Ο Διοσκουρίδης αναφέρεται στις φαρμακευτικές του ιδιότητες.


Ετυμολογία:
Anchusa > άγχουσα (φυτό που αναφέρουν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς με φαρμακευτικές και καλλωπιστικές ιδιότητες).
azurea > lāzwardī (αραβικά > läžwärd (περσικά) > lazur & lazulum (μεσαιωνικά λατινικά), δηλαδή γαλάζια πέτρα = γαλάζιο χρώμα.

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

Adonis microcarpa


Ο Adonis microcarpa, DC. 1817, είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση στο μεγαλύτερο τμήμα της Ελλάδας και κυρίως στα νησιά.
Έχει ευρεία εξάπλωση στην Αμοργό: Νικουριά, Ποταμός, Λαγκάδας Κρίκελος, Τερλάκι, Κάψαλα και Αγία Βαρβάρα της Χώρας, Κατάπολα.
Φύεται επίσης στα νησιά Ηρακλειά, Δονούσα, Κίναρος, Κουφονήσι, Λέβιθα και Σχινούσα.
Βιότοπος: βραχώδεις πλαγιές, φρύγανα, ελαιώνες, ακαλλιέργητα χωράφια σε υψόμετρα 0-300 (-700) μ.
Μονοετής πόα.
Φύλλα πτερόμορφα σχισμένα νηματοειδώς.
Άνθη πορτοκαλοκίτρινα ή κόκκινα με 5 εύπτωτα σέπαλα. Πέταλα 6-10.
Ανθίζει Μάρτιο - Μάιο

Ετυμολογία:
Adonis > Άδωνις, μυθολογικό πρόσωπο που ξεχώριζε για την ομορφιά του.
microcarpa > μικρός + καρπός = μικρόκαρπος.


Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Helichrysum amorginum

Αμοργοπούλα
Φωτογραφίες Γιάννης Γαβαλάς
Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Ενδημικό Αμοργού, Κέρου και Αμοργοπούλας.
Στην κάτω αριστερά φωτογραφία φαίνεται η διαδρομή που έκανε ο Γιάννης Γαβαλάς από την Ηρακλειά στην νησίδα Αμοργοπούλα.

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Silene behen

Κατάπολα

Η Silene behen L. 1753, είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση στην κεντρική, νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Βιότοπος: φρύγανα, ελαιώνες, ακαλλιέργητα χωράφια, παράκτιοι οικότοποι σε υψόμετρα 0-500 (-800) μ.
Μονοετής πόα, ύψους 15-20 εκ. λεία.
Βλαστοί απλοί ή διακλαδισμένοι.
Φύλλα γλαυκοπράσινα
Ταξιανθία σε αραιά διχάδια.
Κάλυκας ελλειψοειδής, σφιγμένος στα χείλη, λευκορόδινος με κόκκινες νευρώσεις με αμφορεοειδές σχήμα
Πέταλα πορφυρά δίλοβα.
Ανθίζει μέσα Μαρτίου - Μάιο

Ετυμολογία:
Silene > Silenus (λατιν.) > Σειληνός = Σιληνή.
behen > bahman & behmen, αραβική λέξη για αρκετά μη ταυτοποιημένα φυτά.


Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Geropogon hybridus

Όρμος Αιγιάλης
Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Ο Geropogon hybridus, (L.) Sch.Bip. 1850, είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: ελαιώνες, ακαλλιέργητα χωράφια, αμμώδεις ακτές, φρύγανα, βραχώδεις πλαγιές σε υψόμετρα 0-1100 μ.
Συνώνυμο: Tragopogon hybridus L.
Το γένος Geropogon είναι μονοτυπικό, δηλαδή με ένα φυτό, συγγενικό με το γένος Tragopogon.
Ο Γεροπώγων ο υβριδικός είναι ετήσιο φυτό με βλαστό λεπτό, λείο, ύψους 10-40 εκ.
Φύλλα περίβλαστα γραμμοειδή-λογχοειδή, οξύληκτα. Κεφάλια με 5-8 βράκτια τουλάχιστον διπλάσια από τα ισάριθμα, ανοιχτορόδινα ανθίδια. Η συνολική εικόνα του άνθους μοιάζει με άστρο.
Άνθιση: τέλος Μαρτίου - αρχές Ιουνίου.

Ετυμολογία:
Geropogon > γέρων + πώγων ==> από το πάππο που θυμίζει γενειάδα γέρου = Γεροπώγων.
hybridus >  > hibritus, a, um & ibridus, a, um (λατιν.) υβρίδιο = υβριδικός.
Tragopogon >  > τράγος + πώγων ==> από την μορφή του πάππου = Τραγοπώγων (αρχαίο όνομα από τον Διοσκουρίδη).


Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Colchicum variegatum

Χώρα
Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Colchicum variegatum L. 1753, είναι φυτό των Κυκλάδων, των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και της Δ-ΝΔ Μικράς Ασίας.
Τα πρώτα αγριολούλουδα που ανθίζουν στην Αμοργό το φθινόπωρο, από τα τέλη Σεπτεμβρίου στα ορεινά, είναι τα κολχικά, που αποδίδουν όμορφα ρόδινα κρινάκια. Πρόκειται για βολβόριζα φυτά, που μοιάζουν με τους κρόκους αλλά δεν έχουν καμία σχέση μ' αυτούς.Είναι δηλητηριώδη σε όλα τα μέρη του φυτού, με την κολχικίνη να αποτελεί ένα δραστικό δηλητήριο. Σϋμφωνα με την μυθολογία, με ένα τέτοιο δηλητήριο η Μήδεια σκότωσε τα παιδιά της στην Κολχίδα και γι' αυτό τα φυτά αυτά ονομάστηκαν κολχικά, τα οποία στην Ελλάδα εμφανίζονται με πάνω από 20 είδη.
Το Colchicum variegatum είναι από τα ωραιότερα κολχικά με μεγάλα κομψά άνθη, διακοσμημένα με ρόδινους ρόμβους που δίνουν την εικόνα ενός ψηφιδωτού-μωσαϊκού. Μοιάζει πολύ με το Colchicum macrophyllum, που προτιμά όμως γόνιμα και σκιερά εδάφη σε Κρήτη και Δωδεκάνησα. Τα φύλλα και των δύο ειδών βγαίνουν μετά την άνθιση, την άνοιξη. Το Colchicum variegatumum είναι ο πρόγονος του καλλιεργούμενου Colchicum agrippinum.
Το Colchicum variegatum έχει βολβό διαμέτρου 3-5 εκ., ωοειδή με εξωτερικούς χιτώνες μαύρους ή σκούρους καφέ. Άνθη 1-3, με εύκαμπτο σωλήνα και με φωτεινό ιώδες-πορφυρό χρώμα και εμφανή ψηφιδοποίης.
Βιότοπος: φρύγανα, βραχώδεις και πετρώδεις πλαγιές σε υψόμετρα 0-1200 μ.
Άνθιση: Σεπτέμβριος - Νοέμβριος.

Ετυμολογία:
Colchicum > Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
variegatum > vario (ποικίλω) = ποικίλο, διάστικτο.

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Convolvulus oleifolius

Κατάπολα

Ο Κονβόλβουλος ο ελαιόφυλος (Convolvulus oleifolius Desr. 1792) είναι μεσογειακό φυτό. Στην Ελλάδα εξαπλώνεται στην κεντρική, νότια και νησιωτική χώρα.
Στην Αμοργό αναφέρεται από τα Κατάπολα, τον Κάτω Κάμπο της Κάτω Μεριάς, την νησίδα Βιόκαστρο της Χώρας και τις βραχονησίδες Πατελίδι και Κισήρι.
Φύεται επίσης στην Ηρακλειά και τις νησίδες Μεγάλος Άβελας και Μικρός Άβελας, την Κέρο, τις Μάκαρες, την Αμοργοπούλα (Άνυδρο), την βραχονησίδα Κοπριά του Κουφονησιού.
Φυτό πολυετές με ξυλώδη βλαστό και φύλλα λογχοειδή-γραμμοειδή ασημόχρωμα, παρόμοια μ' αυτά της ελιάς.
Βιότοπος: πετρώδεις τοποθεσίες και φρύγανα, συχνά κοντά στη θάλασσα.
Άνθη ανοιχτορόδινα ή λευκωπά μέχρι 30 εκ. διάμετρο, σε επάκριες ταξιανθίες.
Ανθίζει από τον Μάρτιο.

Ετυμολογία:
Convolvulus > convólvo (λατιν.) διαπλέκω - για τα συχνά άστατα στελέχη των ειδών αυτού του γένους = Κονβόλβουλος
oleifolius > ελαία > olea + folium φύλλο = ελαιόφυλλος.


Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Centranthus calcitrapae

Λαγκάδα

Ο Κέντρανθος η πεδιλοπαγίς (Centranthus calcitrapae (L.) Dufr. 1811) είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη της Ελλάδα, εκτός από την Βόρεια Πίνδο και την Δυτική Μακεδονία.
Συνώνυμο: Valeriana calcitrapae L.
Φυτό όρθιο, μερικώς διακλαδισμένο, μεταβλητό στο μέγεθος αλλά συνήθως  με ύψος 10-30 εκ.
Φύλλα απλά ή λοβωτά. με μακρύ μίσχο.
Βιότοπος: φρύγανα, λιβάδια, εποχιακά υγρές θέσεις, ανοίγματα κωνοφόρων δασών, σε υψόμετρα 0-700 (-1400) μ.
Άνθη σωληνωτά 2-3mm, συνήθως ρόδινα.
Ανθίζει από τα τέλη Μαρτίου.

Ετυμολογία:
Centranthus > κέντρο + άνθος - αναφορά στο πλήκτρο του άνθους = Κέντρανθος.
calcitrapae > calx calcis φτέρνα + trappa παγίδα ==> πιθανώς από τα αγκάθια των λουλουδιών που τραυματίζουν τα πόδια ===> για τον Centranthus calcitrapae από τον ίδιο βιότοπο με την Centaurea calcitrapa = πεδιλοπαγίς
.