Οι φίλοι του μπλοκ

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Τα νησιά της Αμοργού

Άποψη από τον Κρίκελο της Αιγιάλης. Διακρίνεται η νησίδα Νικουριά και στο βάθος η Κέρος και η Ηρακλειά με το ψηλό βουνό της, τον Πάπα.

Η Αμοργός δεν είναι ένα μοναχικό νησί. Το φυσικό της περιβάλλον περιλαμβάνει κι ένα πλήθος νησιών και νησίδων. Αυτή η πολυνησία είναι από την αρχαιότητα και την βυζαντινή εποχή ιστορικά δεμένη με την Αμοργό, που θεωρείται το μητρικό νησί. Μερικά νησιά είναι κοντά στην Αμοργό και άλλα αποτελούν την γεωγραφική της συνέχεια, όπως τα Λέβιθα και η Κιναρος. Οι ναυτικοί από πολύ παλιά ονομάζουν αυτή την πολυνησία «Αμοργιανά Νησιά». Ένα τμήμα τους ονομάστηκε στην εποχή μας «Μικρές Κυκλάδες».

Πολύ κοντά στην Αμοργό βρίσκονται οι μεγάλες νησίδες Νικουριά και Γραμβούσα. Μικρότερες νησίδες είναι ο Παρασκοπός, το Κισήρι, το Πατελίδι (Πεταλίδι και Πεταλίδα), το Κραμβονήσι (ή Άτιμο), η Εξομία, το Μεγάλο και Μικρό Βιόκαστρο, το Ψαθονήσι (ή Χήνα).

Η νησίδα Αμοργοπούλα (ή Αμοργόπουλο, ή Άνυδρος) βρίσκεται ανοιχτά στο πέλαγος, ανάμεσα στην Αμοργό, την Ανάφη και την Θήρα.

Η νήσος Δονούσα, που διατηρεί το αρχαίο της όνομα, βρίσκεται ανάμεσα σε Αμοργό και Νάξο, στα βορειανατολικά της Αιγιάλης και παλαιότερα ανήκε στον Δήμο Αιγιάλης. Κατοικήθηκε μετά το 1832 από αμοργιανές οικογένειες. Μέχρι τότε αποτελούσε βοσκότοπο των Αιγιαλιτών. Η Δονούσα σχηματίζει την δική της νησιωτική υποσυστάδα, με τις νησίδες Σκυλονήσι (ή Σκουλονήσι, ή Τρίγωνο), Βόδια (ή Μπούβες) και Μάκαρες (ή Μακαριές, ή Ακαριές), οι οποίες αποτελούνται από τον Άγιο Νικόλαο (αρχαία Νικουσία) και την Πράσινη (ή Αγία Παρασκευή).

Η νήσος Κέρος, αν και είναι το μεγαλύτερο από τα Αμοργιανά Νησιά (ή Μικρές Κυκλάδες), είναι ακατοίκητη. Παραδοσιακά αποτελεί βοσκότοπο για την Χώρα Αμοργού και τελευταία και του Κουφονησιού. Την υποσυστάδα της Κέρου αποτελούν οι νησίδες Πάνω Αντικέρι, Κάτω Αντικέρι (ή Δρίμα), Γουργάρι, Άγιος Ανδρεάς, Πλακί (ή Μικρή Πλάκα), Μεγάλη Πλάκα, Αγία Βαρβάρα, Γουρούνι και Λέρος.

Η υποσυστάδα των Κουφονησίων αποτελείται από το Πάνω Κουφονήσι, που κατοικήθηκε μετά το 1832 από ναυτικούς και ψαράδες της Αμοργού, κυρίως από Χώρα και Κατάπολα. Παλιότερα ανήκε στον Δήμο Αμοργού (Χώρας) και στην Κοινότητα Καταπόλων. Το Κάτω Κουφονήσι είναι ακατοίκητο και η υποσυστάδα συμπληρώνεται από τις νησίδες Κοπριά και Γλαρονήσι.

Η νήσος Σχινούσα βρίσκεται ανάμεσα σε Κουφονήσια, Κέρο και Ηρακλειά. Κι αυτή κατοικήθηκε μετά το 1832 από αμοργιανές οικογένειες, κυρίως από την περιφέρεια Χώρας Αμοργού. Η συνήθης σήμερα γραφή του ονόματός της ως «Σχοινούσα» (επηρεασμένη από την λέξη «σχοινί») είναι λανθασμένη. Η ετυμολογία του ονόματός της προέρχεται από τον θάμνο «σχίνο» (ή «σχινιά», όπως λέγεται στην Αμοργό και τα νησιά της). Η υποσυστάδα της Σχινούσας αποτελείται από τις νησίδες Αγριλού, Οφιδούσα, Λυγάρι, Τσουλούφι, Λάζαρος, Γλαρονήσι και Ασπρονήσι.

Η νήσος Ηρακλειά απέχει 1,3 μίλια από τη Σχινούσα και 3 μίλια από τη Νάξο. Παλιότερα αποτελούσε μετόχι της Μονής Χοζοβιώτισσας της Αμοργού. Μετά το 1832 κατοικήθηκε από ακτήμονες αμοργιανές οικογένειες, κυρίως από τα Θολάρια της Αιγιάλης. Διατηρεί το αρχαίο της όνομα Ηράκλεια (προφανώς από τον Ηρακλή). Η νησιωτική υποσυστάδα της αποτελείται από τις νησίδες Μεγάλο Αβελονήσι (ή Άβελος, ή Μεγάλος Άβελας), το Μικρό Αβελονήσι (Μικρός ή Έξω Άβελας), και Βενέτικο. Στην Ηρακλειά ζει μόνιμα ο εκλεκτός φίλος μου Γιάννης Γαβαλάς (διευθυντής στο Λύκειο του νησιού), που είναι δεινός ερασιτέχνης φυσιοδίφης και φωτογραφος και εμπλουτίζει το ιστολόγιο με σημαντικά θέματα όχι μόνο από την Ηρακλειά και άλλα αμοργιανά νησιά αλλά και από την ίδια την Αμοργό.

Γεωγραφική προέκταση της Αμοργού αποτελούν τα νησιά Λέβιθα και Κίναρος και οι πέντε νησίδες Λιάδια. Βρίσκονται στα ανατολικά, ανάμεσα στην Αμοργό και την Λέρο και ιστορικά αποτελούσαν ιδιοκτησία οικογενειών από την Αιγιάλη. Όταν όμως δημιουργήθηκε το 1832 το ελληνικό κράτος, τα νησιά αυτά παρέμειναν στην οθωμανική επικράτεια, κι έτσι η Αμοργός ήταν το ανατολικότερο σύνορο της Παλιάς Ελλάδας. Ακολουθώντας την τύχη της Δωδεκανήσου πέρασαν στην κυριαρχία της Ιταλίας (1912-1943) για να ενσωματωθούν τελικά στην Ελλάδα (1946-1948). Διοικητικά ανήκουν στα Δωδεκάνησα, αλλά γεωγραφικά, φυτογεωγραφικά και ιστορικά ανήκουν στην Αμοργό και τις Κυκλάδες.

Οι κοινωνίες των 4 κατοικημένων νησιών των Μικρών Κυκλάδων, δηλαδή Δονούσας, Κουφονησιού, Σχινούσας και Ηρακλειάς, σταδιακά αυτονομήθηκαν από την Αμοργό και τελικά πέρασαν (όπως και το ίδιο το μητρικό νησί τους) στην επιρροή και εξάρτηση από τη Νάξο, αρχικά με την μεταφορά τους από την Επαρχία Θήρας στην Επαρχία Νάξου και στη συνέχεια από το γεγονός ότι στη Νάξο εδρεύουν όλες οι βασικές δημόσιες υπηρεσίες και οι παροχές υγείας και περίθαλψης. Μετά την αυτοδιοικητική μεταρρύθμιση «Καλλικράτης» τα 4 αμοργιανά νησιά από αυτόνομες κοινότητες που ήταν μεταβλήθηκαν σε απλά δημοτικά διαμερίσματα του νέου «Δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων», με ότι αυτό συνεπάγεται για τα μικρά νησιά μας. Αυτό που παραμένει ζωντανό από την μακραίωνη κοινή ιστορία των Αμοργιανών Νησιών είναι η Μητρόπολη Θήρας, Αμοργού και Νήσων. Και το Υποθηκοφυλακείο της Αμοργού (αν ένα τμήμα του δεν έχει μετακομίσει στη Νάξο).

Το ιστολόγιο αυτό πάντως θα συνεχίζει να βλέπει τα Αμοργιανά Νησιά (ή Μικρές Κυκλάδες) σαν μια ενιαία γεωγραφική, χλωριδική, ιστορική και πολιτιστική ενότητα.




Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Colchicum pusillum

Ηρακλειά 23/11/2011 
φωτογραφία Γιάννης Γαβαλάς

Το Κολχικό το μικροφυές (pusillum) μοιάζει με το πολύ πιο διαδεδομένο Κολχικό του Κουπανί (Cupani) αλλά ξεχωρίζει από τα πολλά και στενόμακρα φύλλα του (το C. cupanii έχει δύο και πλατιά) και τους ανοιχτόχρωμους ανθήρες του. Στην φωτογραφία του Γιάννη από την Ηρακλειά φαίνονται καθαρά τα φύλλα του που το ξεχωρίζουν.

Πρώτη αναφορά από την Ηρακλειά.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Crocus laevigatus από την Ηρακλειά

Ηρακλειά 21/11/2011
φωτογραφίες Γιάννης Γαβαλάς

Ο Κρόκος ο λείος (Crocus laevigatus, Bory & Chaub. 1832) είναι ενδημικό γεώφυτο της Νότιας Ελλάδας με πλατιά εξάπλωση από την Κρήτη και τις Κυκλάδες έως την Αττική και την Πελοπόννησο.
Πήρε το όνομά του από τους χιτώνες του βολβού του
που είναι λείοι.
Βιότοπος: πετρώδεις περιοχές, βραχώδεις θέσεις, ρωγμές βράχων, διάκενα πευκοδασών
Εδώδιμος με γεύση κάστανου. Στη Σαντορίνη λέγεται
«καστανίδα» και στην Αμοργό «γούλα».

Έχει κυρίως φθινοπωρινή άνθηση, από τον Οκτώβριο, σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1500 μέτρα. Σε διάφορες περιοχές και ανάλογα με το υψόμετρο, ανθίζει μέχρι τα μέσα του χειμώνα. Ανοιξιάτικη άνθιση εμφανίζει στα ορεινά της Νάξου και της Άνδρου.
Τα άνθη, που συνήθως είναι εύοσμα, παρουσιάζουν χρωματική ποικιλομορφία: λευκά, μοβ-ρόδινα, λιλά...
Στην Αμοργό και την Ηρακλειά τα άνθη παρουσιάζουν την ιδιομορφία να είναι δίχρωμα, με τα 3 εσωτερικά τέπαλα λευκά και τα τρία εξωτερικά σε χρώμα λιλά.

Ετυμολογία:
Crocus > κρόκος > πιθανώς από την κρόκη (υφάδι) από τα γεννητικά όργανα (ανθήρες, κλπ) που έχουν παρόμοιο σχήμα με τα υφάδια.
laevigatus, a, um > > levigo λειαίνω, γυαλίζω = λείος.




Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Crocus turnefortii από την Ηρακλειά

Ηρακλειά 21/11/2011
φωτογραφίες Γιάννης Γαβαλάς

Ο Κρόκος του Τουρνεφόρ (Crocus tournefortii Gay 1832) είναι ενδημικός της Κρήτης, της Δωδεκανήσου και των Κυκλάδων ενώ αναφέρεται και από την Ύδρα στον Αργοσαρωνικό.
Σπάνιος στην Άμοργό, άφθονος στην Ηρακλειά ενώ φύεται και στην Δονούσα.
Η ονομασία του δόθηκε προς τιμήν του Γάλλου φυσιοδίφη Πιτόν ντε Τουρνεφόρ, που επισκέφτηκε το 1700 το Αιγαίο και την Αμοργό, από την οποία και περιέγραψε φυτά.
Βιότοπος: πετρώδεις τοποθεσίες, ρωγμές βράχων, θαμνότοποι, σε υψόμετρα 0-850 (-1400 στην Κρήτη) μ.
Έχει άνθη μεγάλα με ρόδινη απόχρωση και σκούρες ραβδώσεις, που παραμένουν ανοιχτά και στην διάρκεια της νύχτας. Φάρυγγας κίτρινος.
Στύλος με στίγματα κόκκινα ή πορτοκαλί, σχισμένα δενδροειδώς σε πολλά λεπτά νημάτια, που προεξέχουν από το περιάνθιο. Ανθήρες λευκοί.
Από τα στίγματά του στην Ηρακλειά κατασκευάζουν την ζαφορά (σαφράν)
Άνθιση: από Οκτώβριο μέχρι Δεκέμβριο.

Ετυμολογία:
Crocus > κρόκος > πιθανώς από την κρόκη (υφάδι) από τα γεννητικά όργανα (ανθήρες, κλπ) που έχουν παρόμοιο σχήμα με τα υφάδια.
tournefortii  > προς τιμήν του Γάλλου φυσιοδίφη Πιτόν ντε Τουρνεφόρ (Tournefort)






Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Mandragora officinarum - Μανδραγόρας

Λεύκες 13/12/2005

Ο μανδραγόρας (Mandragora officinarum L., 1753) είναι ένα ισχυρά δηλητηριώδες φυτό με πολλές ιστορίες στην μαγεία, την μυθολογία, την φαρμακευτική, την ιατρική και την γλωσσολογία. Είναι ένα φυτό κοινό στη Νότια Ελλάδα και τα νησιά.
Λαϊκό όνομα στην Αμοργό: βουδόγλωσσα, από το σχήμα των φύλλων του.
Φύεται σε πετρώδεις θέσεις και χέρσα χωράφια. Τα φύλλα είναι πολύ μεγάλα, μακρόστενα και σχηματίζουν ρόδακα. Από το κέντρο του ρόδακα αναπτύσσονται τα μικρά κυανάιώδη άνθη με εμφανείς νευρώσεις σαν φλέβες.
Οι καρποί του είναι κίτρινες ράγες σε σχήμα μικρού μήλου, ένα χαρακτηριστικό που οδήγησε τον Διοσκουρίδη να ονομάσει το φυτό «αντίμηλον». Το συναντάμε φυτρωμένο, ανθισμένο ή καρπισμένο στην μεγαλύτερη διάρκεια του έτους με εξαίρεση το καλοκαίρι.
Η ρίζα του μανδραγόρα είναι σαρκώδης, μεγάλη, κάθετη, διχαλωτή από ένα σημείο και ανθρωπόμορφη σύμφωνα με την λαϊκή παρατηρητικότητα. Με την χαρακτηριστική ανθρωπόμορφη ρίζα του πέρασε από τα πανάρχαια χρόνια στον χώρο της μαγείας.
Η ρίζα του μανδραγόρα περιέχει ατροπίνη, υοσκυαμίνη, σκοπολαμίνη, μανδραγορίνη που είναι ισχυρές κατευναστικές ουσίες. Έτσι θεωρείται από τα περισσότερο τοξικά φυτά της ελληνικής χλωρίδας. Έχει πολλές φαρμακευτικές ιδιότητες (είναι και ομοιοπαθητικό) αλλά δεν χρησιμοποιείται πολύ από την λαϊκή ιατρική (που είναι συνέχεια της αρχαίας) και για την ισχυρή τοξικότητά του αλλά και διότι το ξερίζωμά του έχει συνδεθεί με ένα σωρό δεισιδαιμονίες και μαγικές πρακτικές.

Ετυμολογία:
Mandragora > από το περσικό όνομα mardum guis (= φυτό του ανθρώπου), που πέρασε σε άλλες γλώσσες // από το όνομα κάποιου αρχαίου γιατρού, ο οποίος φαίνεται ότι έκανε εκτεταμένη χρήση του φυτού και είχε επιτυχίες
officinarum > offícina, μεσαιωνικό εργαστήριο για παρακευή φαρμάκων και αρωμάτων = φαρμακευτικό
.

.