Οι φίλοι του μπλοκ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θολάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θολάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

Onosma graeca

Θολάρια 06/03/2021
φωτογραφία Μανώλης Σιμιδαλάς

Το Onosma graeca (Boiss. 1849) είναι ενδημικό φυτό της Ελλάδας και της Μικράς Ασίας. Στην Ελλάδα εξαπλώνεται στην νότια χώρα και τα νησιά.
Στην Αμοργό αναφέρεται από τον Προφήτη Ηλία της Χώρας, τον Κόρακα της Κάτω Μεριάς, τα Θολάρια (βορεινά - φάρος).
Βιότοπος: Θαμνώνες, πρανή δρόμων, πετρώδεις πλαγιές με χαμηλή βλάστηση, ελαιώνες, αναβαθμίδες, βράχοι σε υψόμετρα 0-1000 μ.
Είναι διετές φρύγανο, το οποίο δημιουργεί έναν ρόδακα το πρώτο έτος και ανθοφορεί το δεύτερο.
Φύλλα λογχοειδή με μεσαία αυλάκωση, καλυμμένα με πυκνό τρίχωμα.
Βλαστοί όρθιοι, 15-50 εκ., διακλαδισμένοι στην βαση τους ή κοντά στην ταξιανθία, καλυμμένοι με σκληρές τρίχες.
Ταξιανθία κυματώδης, με σταδιακή άνθιση.
Άνθη σε μικρούς ποδίσκους υποβασταζόμενα από λογχοειδή βράκτια.
Στεφάνη κίτρινη, ποορτοκαλόχρωμη ή ιώδης-καστανή μετά την ωρίμανση, σωληνοειδής, λεία ή  με λίγες αραιές τρίχες,
Άνθιση: Μάρτιος - Μάιος.
Ετυμολογία:
Onosma < όνος + οσμή ==> επειδή πιστεύεται ότι η οσμή του προσελκύει τους όνους (γαϊδούρια)
graeca < Graecia = γραικικό, ελληνικό.


Τετάρτη 25 Ιουλίου 2018

Legousia pentagonia





01-05-2009

Η Legousia pentagonia, (L.) Druce 1908, είναι φυτό της Ανατολικής Μρσογείου, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: πετρώδεις τοποθεσίες, φρύγανα σε υψόμετρα 0-800 (-1200) μ.
Είναι φυτό μονοετές, πολύκλαδο με τα κατώτερα φύλλα αντωοειδή, έμμισχα, τα ανώτερα επιφυή.
Στεφάνη μέχρι 3 εκ. πεντάγωνη εξ ου και το όνομα. Κάλυκας χνουδωτός με λοβούς στο 1/3 της στεφάνης, οξύληκτους.
Ανθίζει Απρίλιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Legousia > αφιερωμένο στον Benigne Le Gouz de Gerland (1695-1774) Γάλλο ακαδημαϊκό ο οποίος ίδρυσε τον βοτανικό κήπο της Ντιζόν.
pentagonia > πέντε + γωνία = πεντάγωνη. 


Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Fibigia lunarioides


Ηρακλειά 06-02-2010
photo Γιάννης Γαβαλάς

Η Fibigia lunarioides [(Willd.) Sweet 1826] είναι φυτό ενδημικό των Κυκλάδων, της Δωδεκανήσου και δύο νησίδων της Κρήτης.
Χασμόφυτο, φύεται σε σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, παίρνοντας θαμνώδη συμπαγή μορφή, σε υψόμετρα 0-200 μ..
Πολύ διακλαδισμένος θάμνος, με αρκετούς ανθοφόρους και μη ανθοφόρους βλαστούς.
Ανθίζει από τον Φεβρουάριο.
Στην Αμοργό αναφέρεται από το ακρωτήριο Ξώδοτος του Κρίκελου και από τα Θολάρια.
Στα άλλα νησιά μας φύεται στην Ηρακλειά, την Δονούσα, την Κέρο, την Αμοργοπούλα (Άνυδρο), την Κίναρο, και το Αντικέρι.
Ειδικά το Αντικέρι πρωταγωνιστεί στην σχετική με το φυτό βιβλιογραφία.
Το είχε βρεί και περιγράψει ο Πιτόν ντε Τουρνεφόρ από το Αντικέρι (που το ονομάζει «Καλόγερο») το 1700. Γράφει ότι ο καπετάνιος του πλοίου του αναρριχήθηκε στα βράχια του Αντικεριού για να πιάζει νεοσσούς μαυροπετρίτη, οι οποίοι νεοσσοί αργότερα στην Κέρο ψήθηκαν και είχαν «λευκή σάρκα, τρυφερή και με εξαιρετική γεύση», όπως σημειώνει ο Τουρνεφόρ.
Ο καπετάνιος από τους απρόσιτους βράχους του Αντικεριού κατέβασε και μερικά φυτά.
Ο Τουρνεφόρ περιέγραψε ένα από τα φυτά με το όνομα «Λουναρία η θαμνώδης, πολυετής, πολιά, μετά λευκωπού φύλλου (Lunaria fruticosa, perrenis, incana, Leucoii folio).
To 1787 o Τ. Σίμπθορπ, δημιουργός της μνημειώδους έκδοσης Flora Graeca, γράφει σε μια από τις σημειώσεις του:
«Ανησυχούσα θέλοντας να προσδιορίσω αν η Lunaria του Τουρνεφόρ (Tournefort) ήταν ένα ξεχωριστό είδος από το γένος Cheiranthus, που είχε περιγράψει ο Λινναίος (Linnaeus). Έδωσα εντολή στο καπετάνιο μας να επιστρέψουμε στον Καλόγερο, όπου εγώ είχα βρει άφθονα φυτά με σπόρους το προηγούμενο έτος. Από την Νάξο φθάσαμε μέρα κατά τις οκτώ στον Καλόγερο, που καθορίζεται στους χάρτες ως Αντικέρι. Βρήκα την Lunaria σε μεγάλη αφθονία, αλλά δυστυχώς μόνο με σπόρους».

Ετυμολογία:
Fibigia > γένος αφιερωμένο στον Γερμανό βοτανικό J. Fibig (†1792)
lunarioides > Lunaria, γένος που το χρώμα και το σχήμα των καρπών του θυμίζε luna (φεγγάρι) + είδος = λουναριοειδής.
.



Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Campanula heterophylla

05/07/2014
photo (c) Γιάννης Γαβαλάς

Η Καμπανούλα η ετερόφυλλη (Campanula heterophylla L. 1753) είναι ενδημική των Νότιων Κυκλάδων, με κέντρο την Αμοργό.
Στην Αμοργό φύεται σε (Λαγκάδα, Θολάρια, Κρίκελο, Ποταμό, Προφήτη Ηλία, Χοζοβιώτισσα, Μούρο. Και στα νησιά μας Κέρο, Δονούσα και Νικουριά.
Από τα άλλα κυκλαδονήσια αναφέρεται από την Φολέγανδρο (και τη νησίδα Καρδιώτισσα) και από την Σίκινο (και τη νησίδα Καλόγερος).
Το φυτό περιέγραψε το 1700 (Relation d’un Voyage du Levant) από την Κέρο ο Γάλλος βοτανικός Πιτόν ντε Τουρνεφόρ με την μακρόσυρτη ονομασία «Καμπανούλα η πετραία, μετά κατωτέρων φύλλων Λευκανθούς και των λοιπών Νουμμουλαρίας» (Campanula saxatilis, foliis inferioribus Bellidis, caeteris Nummulariae).
Από τα δείγματα του Τουρνεφόρ ο Λινναίος (Linnaeus) το 1753 περιέγραψε το φυτό με το σημερινό επιστημονικό του όνομα Campanula heterophylla.

Από την Κέρο συνέλεξε επίσης αυτή την καμπανούλα ο Άγγλος βοτανικός Τζον Σίμπθορπ (Sibthorp) και μια υδατογραφία της περιλαμβάνεται στο περιώνυμο έργο του Flora Graeca.
H Campanula heterophylla είναι πολυετές ποώδες φυτό, που φύεται σε σχισμές ασβεστολιθικών βράχων.
Έχει λεπτούς βλαστούς και πολλά στρογγυλά και σχεδόν άμισχα φύλλα, που του δίνουν μια συμπαγή μορφή.
Αραιανθής με άνθη σε χρώμα λιλά-μοβ.
Ανθίζει το καλοκαίρι, Ιούνιο - Αύγουστο, σε υψόμετρα (50-) 200-700 μέτρα.

Ετυμολογία:
Campanula > campana (λατιν.) < campanula υποκοριστικό ==> από την μορφή του άνθους = Καμπανούλα.
heterophyllus, a, um > έτερος + φύλλο ==> αναφέρεται σε ακανόνιστα φύλλα ή  ελάσματα = ετερόφυλλη.







Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Anthemis scopulorum

Ηρακλειά 30/04/3006
photo (c) Γιάννης Γαβαλάς

Η Ανθεμίς των βράχων (Anthemis scopulorum Rech. f. 1936) είναι ενδημική Κυκλάδων, Ανατολικού Αγαίου και Ν. Πελοποννήσου.
Βιότοπος: βράχοι που συνήθως επηρεάζονται από την θάλασσα, γι' αυτό και ευδοκιμεί σε νησίδες και βραχονησίδες, όπως οι δικές μας Πατελίδι της Αμοργού, Άβελας της Ηρακλειάς και Μάκαρες της Δονούσας.
Στην Αμοργό αναφέρεται από τα Θολάρια και από τα άλλα νησιά μας από την Ηρακλειά και την Δονούσα.

Ετυμολογία:
Anthemis > ανθεμίς (> άνθεμον), όνομα που χρησιμοποιεί ο Διοσκουρίδης για το χαμομήλι = Ανθεμίς.
scopulorum > γενική πληθυντικού του scopulus (> σκόπελος) βράχος = των βράχων.


Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Artemisia arborescens

Θολάρια 26/03/2007

Η Αρτεμισία η δενδροειδής (Artemisia arborescens (Vaill.) L. 1763) είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα, με εξαίρεση την Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία και Δ. Μακεδονία.

Κοινό όνομα: αψιθιά, παραφθορά του αρχαίου «αψίνθιον». Ο Διοσκουρίδης αναφέρει το «αψίνθιον βαθύπικρον» και το «αψίνθιον θαλάσσιον».


Βιότοπος: ακαλλιέργητα χωράφια, άκρες δρόμων, βραχώδεις πλαγιές σε υψόμετρα 0-400 (-900) μ.
Πολυετής πυκνός θάμνος με δενδροειδή μορφή, αρωματικός, πικρός, καλυμμένος με ασημόλευκο χνούδι.
Βλαστοί 50-100 εκ.
Φύλλα πτερόλοβα ή δις πτερόλοβα με λοβούς στενούς, στρογγυλωπούς στην άκρη.
Ανθοφόρα κεφάλια στρογγυλά, 6-7 χιλ, που σχηματίζουν μεγάλες πολυανθείς φόβες.

Ετυμολογία:
Artemisia > Άρτεμις- // κατά άλλη εκδοχή από την Αρτεμισία Β (350 π.Χ., αδελφή και σύζυγο του Μαύσωλου της Καρίας ==> το φυτό αναφέρει ο Πλίνιος (23–79 μ.Χ.).
arborescens > arbor δέντρο = δενδροειδής
.

Περισσότερα για το αψέντι και τις αψιθιές στα Θολάρια, μπορείτε να διαβάσετε στον παρακάτω σύνδεσμο:


Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Anchusa aegyptiaca


Η Άγχουσα η αιγυπτιακή (Anchusa aegyptiaca (L.) A.DC. 1846) είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου. Στην Ελλάδα έχει βασική κατανομή στην Αττική, την Κρήτη, την Κάσο,την νήσο Σαρία της Καρπάθου και τις Κυκλάδες (Σερφοπούλα, Φολέγανδρος, Σίκινος, Κίμωλος, Σίφνος, Νάξος, Θήρα, Άνδρος, Δεσποτικό Αντιπάρου)

Φύεται σε πετρώδεις περιοχές, συνήθως κοντά στην θάλασσα.

Στην Αμοργό αναφέρεται από τα Θολάρια. Στα άλλα νησιά μας φύεται στην Ηρακλειά, την Άνυδρο (Αμοργοπούλα), το Αντικέρι και τα Λέβιθα.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Fumaria judaica subsp. judaica

17/03/2012
photo (c) Γιάννης Γαβαλάς

Η Fumaria judaica Boiss. 1849 subsp. judaica είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου με εξάπλωση στη νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Βιότοπος: πετρώδη εδάφη, βάσεις κρημνών, φράκτες σε υψόμετρα 0-800 μ.
Ετήσια πόα, ύψους 20-100 εκ.
Φύλλα με λοβούς ωοειδείς-λογχοειδείς ή προμήκεις, επίπεδους.
Βότρυς με 10-20 άνθη.
Άνθη λευκά ή σπάνια με ρόδινη απόχρωση. Στεφάνη μήκους 9-13 χιλ.
Άνθιση Μάρτιος - Μάιος.

Ετυμολογία:
Fumaria > fúmus καπνός ==> απο την οσμή καπνού που αναδίδουν τα φύλλα.
judaica > Ιουδαία.




Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Ecballium elaterium

Θολάρια 24/11/2007

Το Ecballium elaterium [(L.) A. Richard 1824] είναι γεώφυτο της Μεσογείου και της ΝΔ Ασίας, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Το αρχαίο όνομα του φυτού είναι «σίκυς άγριος».
Αμοργιανό όνομα: πικραγγουριά.
Τον καρπό του ονομάζει «ελατήριο» («το δε λεγόμενον ελατήριον εκ του καρπού των σικύων») ήδη από την αρχαιότητα ο Διοσκουρίδης, ο οποίος υποστήριξε ότι το εκχύλισμα του αποτελεί δραστικότατο καθαρτικό φάρμακο.
Το σημερινό λαϊκό του όνομα είναι «πικραγγουριά».
Πρόκειται για έρπουσα πολυετή πόα, σαρκώδη, πολύ αδρότριχη.
Βλαστοί απλωτοί, έρποντες 15-60 εκ. χωρίς έλικες. Φύλλα μακρόμισχα, με έλασμα 4-10 εκ., καρδιοειδή- τριγωνικά, οδοντωτά ή κυματιστά στα χείλη.
Στεφάνη τροχοειδής με 5 λοβούς. Τα άνθη είναι κίτρινα και βγαίνουν στις μασχάλες των φύλλων, τα αρσενικά σε βότρυ, τα θηλυκά ανά ένα.
Ο καρπός είναι κυλινδρικός ωοειδής μέχρι 5εκ. μήκος, πολύ αδρότριχος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο η πικραγγουριά διασπείρει τους σπόρους της. Ο καρπός είναι πολύ ευαίσθητος και με το παραμικρό άγγιγμα σκάει σαν μικρή βόμβα και εκτινάσσει τα σπέρματα μακριά, δηλαδή τα εκβάλλει ως ελατήριο.
Όλα τα μέρη του φυτού, και κυρίως ο καρπός του, είναι τοξικά, περιέχοντας το δηλητήριο «ελατηρίνη».
Κοινό σε χέρσα χωράφια, μπάζα, άκρες δρόμων.
Ανθίζει από τον Φεβρουάριο.
Ετυμολογία:
Ecballium < εκβάλλω (βγάζω έξω με δύναμη) ==> αναφέρεται στην αποβολή με δύναμη των σπερμάτων.
elaterium < ελατήριον ==> αναφέρεται στην εκτόξευση των σπερμάτων μακριά.

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Sternbergia lutea


Θολάρια 24/11/2007 Tholaria

Η Στερνμπέργκια η κίτρινη [Sternbergia lutea (L.) Ker Gawl. ex Spreng. 1825] είναι μεσογειακό γεώφυτο.
Έχει μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, με εξαίρεση την Δυτική Μακεδονία.
Έχει ευρεία εξάπλωση στην Αμοργό, στολίζοντας το φθινόπωρο κυρίως βραχώδεις θέσεις.
Ανάλογα με τις περιοχές ονομάζεται κρινάκι, κίτρινο κρινάκι, λαλές, αγριολαλές και αγριόκρινος.
Τοπικό όνομα στην Αμοργό: πούλα
Είναι πολυετής, πόα με βολβοειδές ρίζωμα, φύλλα λογχοειδή, στενόμακρα, ανεπτυγμένα κατά την άνθιση. Ανθίζει το φθινόπωρο. Άνθη κίτρινα, με 6 λογχοειδή τέπαλα μήκους μέχρι 6 εκατοστά. Στην βάση τους έχουν μία μεμβρανώδη σπάθη.Μοιάζει με κρόκο αλλά διαφέρει στους ανθήρες, τους βιότοπους κλπ και άλλωστε ανήκει σε άλλη βοτανική οικογένεια.
Φύεται κυρίως σε πετρώδεις τοποθεσίες. Συχνά καλλιεργείται σαν καλλωπιστικό. 


Ετυμολογία:
Sternbergia > είδος αφιερωμένο στον Caspar (Kaspar) Maria von Sternberg (1761-1838), Βοημό βοτανικό που θεωρείται ιδρυτής του κλάδου της Παλαιοβοτανικής
lutea = κίτρινη.


Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Malcolmia chia

Φοινικιές 22_04_2005

Η Malcolmia chia (L.) DC. 1821, είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου, με εξάπλωση στη νησιωτική Ελλάδα και παραθαλάσσιες περιοχές Θεσσαλίας, Αν. Μακεδονίας και Θράκης. Αμφίβολη η παρουσία της σε Στερεά Ελλάδα και Πελοπόννησο.
Βίοτοπος: βραχώδεις και χαλικώδεις ακτές. Περιστασιακά μπορεί να βρεθεί σε χαράδρες, βραχώδεις πλαγιές και φρύγανα σε υψόμετρα έως 700 μ.
Φυτό μονοετές. Φύλλα προμήκη ακέραια. Τα βασικά φύλλα συνήθως μαραμένα κατά την άνθιση.
Πεταλα ροζ ή μοβ με κιτρινωπή βάση.
Άνθιση: τέλη Μαρτίου - μέσα Μαΐου.

Ετυμολογία:
Malcolmia > γένος αφιερωμένο στον W. Malcolm (19ος αιώνας), Άγγλο γεωπόνο
chia > Chia Χίος.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

Malcolmia flexuosa subsp. naxensis

Κατάπολα 24/03/2006

Η Malcolmia flexuosa subsp. naxensis (Rech. f.) Stork 1972, είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου, με εξάπλωση στις παραθαλάσσιες περιοχές του Αιγαίου.
Βίοτοπος: βραχώδεις και αμμώδεις ακτές, περιστασιακά μπορεί να βρεθεί σε φρύγανα σε υψόμετρα έως 500 μ.
Φυτό μονοετές, λίγο σαρκώδες, πολύ διακλαδισμένο από την βάση, ύψους 6-30 εκ..
Φύλλα αντωειδή προμήκη ακέραια ανοιχτοπράσινα.
Σέπαλα τα δύο με ύβο.
Πεταλα ανοιχτορόδινα, βιολετιά ή ανοιχτοβιολετιά με λευκή ή κιτρινωπή βάση.
Άνθιση: Φεβρουάριος - Απρίλιος.

Ετυμολογία:
Malcolmia > γένος αφιερωμένο στον W. Malcolm (19ος αιώνας), Άγγλο γεωπόνο
flexuosa > flécto λυγίζω = εύκαμπτη, λυγερή.
naxensis > Naxos Νάξος = της Νάξου.  





Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009

Crithmum maritimum

Θολάρια (Ψιλή Άμμος) 27/09/2007 Tholaria


Το Crithmum maritimum, L. 1753, είναι μεσογειακό φυτό, ευρύτατα διαδεδομένο στην παραλιακή Ελλάδα.
Τοπική ονομασία: κρίταμο.
Βιότοπος: βράχια, τοίχοι και αμμουδιές, πάντα κοντά στη θάλασσα.
Eίναι πολυετές φυτό με βλαστούς διακλαδισμένους.
Τα σαρκώδη φύλλα του είναι επιμήκη και έχουν χαρακτηριστικό γλαυκό χρώμα.
Τα άνθη, που είναι λευκά σε πυκνό σκιάδιο, παρουσιάζονται το φθινόπωρο.

Από νωρίς οι αρχαίοι Έλληνες ξεχώρισαν αυτό το γλαυκό φυτό με τα λογχοειδή σαρκώδη φύλλα. Το ονόμασαν Κρήθμον γιατί οι σπόροι του μοιάζουν πολύ μ’ αυτούς του κριθαριού.
Το κρίταμο είναι πλούσιο σε μεταλλικά άλατα και βιταμίνη C και χρησιμοποιείται από τα παλιά χρονια ως σήμερα σαν διουρητικό. Η γειτνίαση του φυτού με τη θάλασσα του προσδίδει μια μάλλον έντονη αλμυρή γεύση, χαρακτηριστικό που του έδωσε το προσωνύμιο «αλμύρα».
Σε πολλές παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας συλλέγονται από τον Μάιο ως τον Ιούλιο τα σαρκώδη φύλλα και οι τρυφεροί βλαστοί του φυτού για τη δημιουργία ενός νόστιμου τουρσιού που συνοδεύει ευχάριστα θαλασσινούς μεζέδες, ούζο και τσίπουρο.
Η παλιότερη αναφορά για τη χρήση αυτή του κρίταμου είναι από τον Διοσκουρίδη, ο οποίος, πέρα από τις εμμηναγωγές και διουρητικές ιδιότητες του φυτού, αναφέρει πως «λαχανεύεται εφθόν τε και ωμόν εσθιόμενον, και ταριχεύεται δε εν άλμη» δηλαδή μπορεί να φαγωθεί βραστό ή ωμό καθώς επίσης και να παστωθεί στην άλμη.
Κατά τη συλλογή των φύλλων χρειάζεται προσοχή ώστε να μη ξεριζώνεται ολόκληρο το φυτό.

Ετυμολογία
Crithmum > κρήθμον > κριθή ==> για την ομοιότητα των σπερμάτων με αυτά της Κριθής (κριθαρού).
maritimum > mare = παραθαλάσσιο.

«κρῆθμον θαμνῶδές ἐστι βοτάνιον, ἀμφιλαφές, περὶ πῆχυν τὸ ὕψος, φυόμενον ἐν πετρώδεσι καὶ παραθαλασσίοις τόποις, φύλλοις περίπλεον λιπαροῖς καὶ ὑπολεύκοις...»
Διοσκουρίδης
.

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Artemisia arborescens / Τα Θολάρια και οι αψιθιές


Τα Θολάρια ήταν άριστα καλλιεργημένα με χτιά και το γεγονός αυτό το αναφέρουν με θαυμασμό οι ξένοι περιηγητές και οι ερευνητές. Ένα μεγάλο τμήμα των χωραφιών έχει εγκαταλειφθεί αλλά ακόμα και σήμερα τα Θολάρια έχουν τις ξερικές τους καλλιέργειες. Στις παρυφές των χωραφιών παρατηρείται ένα ενδιαφέρον φαινόμενο. Παντού φυτρώνουν αψιθιές και το ασημοπράσινο χρώμα τους κυριαρχεί, όπως φαίνεται και στην φωτογραφία.

Στα Θολάρια η αψιθιά δεν φαίνεται να είχε καμία ιδιαίτερη χρησιμότητα. Ούτε και σήμερα έχει. Με δυσκολία την τρώνε τα ζώα. Το επιστημονικό όνομα του φυτού είναι «αρτεμισία» (Artemisia arborescens). Η αψιθιά είναι γνωστή από την εποχή του Ιπποκράτη και θεωρείται ένα από τα πιο αρωματικά φυτά παρά την πικρή της γεύση. Το αρχαίο της όνομα ήταν «άψινθος» που είναι πανάρχαια λέξη (όπως ο λαβύρινθος). Στην αρχαία Ελλάδα την ονόμαζαν και αρτεμισία, προς τιμήν της θεάς Άρτεμης.

Η αψιθιά συναντιέται σε ξερά εδάφη και από ξηρότητα τα Θολάρια άλλο τίποτα. Είναι θάμνος με όμορφα κίτρινα λουλούδια, που ανθίζουν από τον Ιούλιο έως τον Αύγουστο.

Η αψιθιά χρησιμοποιείται στον αρωματισμό ποτών -κυρίως του βερμούτ- και διαφόρων λικέρ, στην αρτοποιία, την ζαχαροπλαστική και την φαρμακοποιία. Είναι γνωστό ότι το αψέντι (κρασί αρωματισμένο με αψιθιά) είναι τοξικό για το νευρικό σύστημα όταν χρησιμοποιείται υπερβολικά. Γενικά πρέπει να είναι προσεκτική η χρήση του αφεψήματος της αψιθιάς, γιατί μπορεί να προκαλέσει διάφορες διαταραχές όπως πονοκεφάλους, σπασμούς και καρδιολογικές διαταραχές. Πάντως, η χρήση της αψιθιάς στην μαγειρική είναι πιο ασφαλής και είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται φρέσκια και όχι ξερή. Μπορεί να διατηρηθεί αποξηραμένη σε γυάλινα βαζάκια ή ακόμη σε ένα μπουκάλι ξύδι.

Στην αρχαία Ρόδο, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης, έφτιαχναν ένα ποτό με βάση την αψιθιά και άλλα αρωματικά φυτά και το έβαζαν στο κρασί για να μειώσουν το μεθύσι στους διαγωνισμούς οινοποσίας. Το εκχύλισμα αυτό, γράφει ο Αριστοτέλης, το έκαναν με αψιθιά, γλυκάνισο, χρυσάνθεμο, κάρδαμο και κανέλα και υποστηρίζει ότι «εμποδίζει την μέθη σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εκτονώνει ακόμα και την ερωτική επιθυμία ηρεμώντας τα πνεύματα». Με άλλα λόγια έκαναν ένα είδος ναρκωτικού.

Παρεμφερές με το ποτό που αναφέρει ο Αριστοτέλης είναι και το σύγχρονο «αψέντι». Το αψέντι είναι κατά κάποιο τρόπο παιδί της Γαλλικής Επανάστασης. Πρωτοφτιάχτηκε το 1797 και περιείχε μείγμα βοτάνων με βάση την αψιθιά, το μελισσόχορτο, το γλυκάνισο κ.α. Στο Παρίσι έγινε το αγαπημένο ποτό των μποέμ και των σουρεαλιστών.

Το εκχύλισμα της αψιθιάς είναι ένα συστατικό που σε μεγάλες ποσότητες είναι τοξικό για το νευρικό σύστημα και γι' αυτό παρομοιάζεται και συνδυάζεται με τις παρενέργειες των ναρκωτικών ουσιών. Με βάση αυτό το δεδομένο, η κατανάλωση του αψεντιού με μεγάλη ποσότητα σε αψινθίνη απαγορεύτηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα στην Ευρώπη και την Αμερική.

Το 1988 προωθήθηκε η άρση της απαγόρευσης του αψεντιού, θέτοντας ανώτερα επιτρεπτά όρια στην περιεκτικότητα της αψιθιάς. Τα όρια αυτά υιοθετήθηκαν από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε νόμος που να απαγορεύει την παρασκευή και την κατανάλωση του αψεντιού, αν και για μεγάλα διαστήματα η εισαγωγή του γινόταν παράνομα. Το αψέντι συνεχίζει να είναι απαγορευμένο στις ΗΠΑ. Στην Ευρώπη η σημερινή εκδοχή του είναι ελαφριά, ενώ στην Ανατολική Ευρώπη, με αφετηρία την Τσεχία, απειλεί να αντικαταστήσει όλα τα άλλα εθνικά ποτά.

Εκχυλίσματα από αψιθιά χρησιμοποιούνται σήμερα στην Ασία και την Αφρική ως φάρμακα κατά της ελονοσίας. Στην σύγχρονη βιολογική γεωργία η βρασμένη αψιθιά χρησιμοποιείται για να καταπολεμήσει με ψεκασμούς τις αφίδες, τα μυρμήγκια, τα κάρεα, την καρπόκαψα, την κάμπια του λάχανου κ.λπ...

Απ' όλη την Αμοργό, η αψιθιά (Artemisia arborescens) φυτρώνει μόνο στην Αιγιάλη και στα Θολάρια και μάλιστα κυριαρχεί. Οι Θολαριανοί δεν φαίνεται να την εκμεταλλεύτηκαν ποτέ. Ίσως γιατί κάνουν ωραίο λιαστό κρασί...

Πέμπτη 31 Μαΐου 2007

Phoenix theophrasti / Φοίνικας του Θεόφραστου

Αγία Άννα - Χώρα


Ο Phoenix theophrasti ονομάζεται και «κρητικός φοίνικας», γιατί τον θεωρούσαν ενδημικό της Κρήτης. Αλλά δεν είναι. Υπάρχει επίσης στην Αμοργό, την Ανάφη, την Ρόδο. Αναφισβήτητα στην Μεγαλόνησο Κρήτη υπάρχει σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς και σε αρκετές (9) θέσεις. Υπάρχει όμως και στην Αμοργό, όπου ονομάζεται «φοινικιά» και μάλιστα σε τουλάχιστον τρεις θέσεις.

Αυτό το οπωσδήποτε σπάνιο δέντρο ευδοκιμεί σε περιοχές κοντά στην θάλασσα με υγρά εδάφη. Σχηματίζει συσταδες, γιατί πολλαπλασιάζεται εύκολα με παραφυάδες. Με αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά έχω φωτογραφίσει «φοίνικες του Θεόφραστου» σε τρείς θέσεις:
    • Στις Λεύκες (Χώρα - Κατάπολα)
    • Στους Αγίους Σαράντα (Χώρα - Κατάπολα)
    • Στην Αγία Άννα (Χώρα)
    • Στον Κάτω Κάμπο της Κολοφάνας (Κάτω Μεριά)
    • Στον Χόχλακα (Θολάρια)

Οι τρεις πρώτες θέσεις βρίσκονται στην κεντρική Αμοργό, δηλαδή στην περιφέρεια της Χώρας. Το κεντρικό τμήμα του νησιού, άλλωστε, είναι αυτό που έχει και τα περισσότερα νερά, λόγω της γεωλογικής του σύστασης αλλά και του μεγαλύτερου πλάτους του, λόγοι που επιτρέπουν να αναπτυχθούν κάπως μεγάλα ρέματα.

1.- Στο ρέμα των Αγίων Σαράντα διατηρείται η πρώτη συστάδα με «φοίνικες του Θεόφραστου». Η θέση είναι ηλιόλουστη με βορειοανατολικό προσανατολισμό και διατηρεί υγρασία και το καλοκαίρι, λόγω των υπόγειων ροών του ρέματος.


    'Αγιοι Σαράντα
2. - Η δεύτερη θέση με βορειοδυτικό προσανατολισμό βρίσκεται κοντά στην πρώτη, στην περιοχή των Λευκών, ανάμεσα στις παραλίες «Φοινικιές» και «Τυροκόμος». Οι Λεύκες είναι πλούσιες σε υπόγεια νερά κι έτσι προσφέρουν κατάλληλο περιβάλλον για τον σπάνιο αυτό φοίνικα. Ενδιαφέρον έχει ότι η παραλία «Φοινικιές», παρά το όνομά της, δεν έχει φοίνικες. Η περιοχή έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός βιότοπου για τον «φοίνικα του Θεόφραστου». Η παραλία έχει σχηματιστεί και τροφοδοτείται συνεχώς από το ρέμα που κατεβαίνει από ψηλά. Φαίνεται πως μάλλον είχε παλαιότερα φοίνικες, που της έδωσαν και τ' όνομά της. Σε κάποια εποχή έκοψαν τους φοίνικες και μετέτρεψαν την περιοχή σε χωράφια.

    Λεύκες
3.- Η τρίτη θέση στο καλογερικό περιβόλι της Αγίας Άννας τροφοδοτείται όλο τον χρόνο από το νερό μιας πηγής, η οποία είναι γνωστή από αιώνες, γιατί αναφέρεται και στους πορτολάνους ως θέση για προμήθεια νερού από τα ιστιοφόρα. Εδώ οι φοίνικες σχηματίζουν πάνω από μία συστάδες και κρέμονται κυριολεκτικά πάνω από την θάλασσα. Η θέση έχει νότιο προσανατολισμό, που σημαίνει ότι το καλοκαίρι η σκιά έρχεται πολύ γρήγορα.

Αγία 'Αννα

4- Η τέταρτη θέση βρίσκεται στον Κάτω Κάμπο της Κολοφάνας, σε εκβολή ρέματος και πολύ κοντά στην θάλασσα.

Κάτω Κάμπος Κολοφάνας - Κάτω Μεριά


5.- Η πέμπτη θέση βρίσκεται στην ρεματιά που κατεβαίνει στην παραλία Χόχλακας στα Θολάρια της Αιγιάλης.
Χόχλακας - Θολάρια (Αιγιάλη)

Ο Phoenix theophrasti ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του πατέρα της Βοτανικής, του Θεόφραστου (372-287 π.Χ.) που πρώτος τον περιέγραψε (Περί φυτών, 2.6.9). Ο «φοίνικας του Θεόφραστου» το 1967 θεωρήθηκε από τον Ελβετό βοτανολόγο Βέρνερ Γκρόιτερ ως ιθαγενές είδος της Κρήτης. Από τότε όμως εντοπίστηκε και σε μερικά άλλα μέρη της ανατολικής Μεσογείου ενώ υπάρχει εδώ και αιώνες στην Αμοργό, όπως φαίνεται από την ηλικία των δέντρων και την μορφολογία των συστάδων που σχηματίζουν.
Ο «φοίνικας του Θεόφραστου» φτάνει τα 15 μέτρα ύψος. Έχει λεπτούς κορμούς. Τα φύλλα του είναι πτεροειδή, με μάκρος 2-3 μέτρων. Οι καρποί του δεν θεωρούνται εδώδιμοι, δηλαδή δεν τρώγονται, γιατί η σάρκα τους είναι πολύ λεπτή, ινώδης και με στυφή γεύση. Γι' αυτόν τον λόγο και οι άνθρωποι δεν τον καλλιέργησαν, όπως συμβαίνει με άλλα είδη που δίνουν τους «χουρμάδες».
Ενδιαφέρον έχει ότι ο «φοίνικας του Θεόφραστου» πολλαπλασιάζεται εύκολα με σπόρους και ακόμα πιο εύκολα με παραβλαστήματα-παραφυάδες. Όμως η μεταφύτευση των ριζοβλαστημάτων του είναι δύσκολη.


Ετυμολογία και προέλευση
Ο Μπάουμαν που εξετάζει την ελληνική χλωρίδα από ενός είδους αρχαιολατρική ματιά υποστηρίζει ότι από μερικές λεπτομέρειες στις αναφορές των αρχαίων συγγραφέων «φαίνεται πως ο φοίνικας δεν ήταν ιθαγενής στην παλιά Ελλάδα αλλά είχε κάποτε εισαχθεί». Αναφέρει ότι «στο κρητικό τοπίο οι συστάδες από φοίνικες, σε ορισμένες ακτές και κοίτες ποταμών, φαίνονται απροσδόκητες και ο επισκέπτης αναρωτιέται μήπως πρόκειται για απομεινάρια φυτών, που είχαν εισαχθεί κάποτε από τους Μίνωες από την Αφρική και επισημαίνει ότι «την άποψη αυτή ενισχύει και το γεγονός ότι ο Όμηρος χρησιμοποιεί τη λέξη "φοίνιξ", δηλαδή το δέντρο από τη Φοινίκη.
Αυτή η άποψη του Μπάουμαν φαίνεται να πάσχει από οριενταλισμό. Η λέξη «φοίνιξ» είναι σκοτεινής προέλευσης κατά τον Μπαμπινιώτη, ενώ ο Σταματάκος πιθανολογεί ότι σχετίζεται με την καρική γλώσσα. Γεγονός πάντως είναι ότι στην αρχαία Ελλάδα η λέξη αυτή και τα παράγωγά της απέδιδε το φαιοκόκκινο χρώμα που έχουν οι καρποί του φοίκινα αλλά και του
αίματος. «Φοινίκια» ονόμαζαν στο Βυζάντιο τα μελομακάρονα από το χρώμα τους, κι έτσι συνεχίζουν να τα ονομάζουν και σήμερα σε περιοχές της Ελλάδας.
Κατά τον Σταματάκο:
  • φοινός = κόκκινος σαν αίμα // αιματηρός, φονικός. [Ετυμ.] *φον-jο-ς : φόνος > φοίνιξ
  • φοινίσσω = βάφω (κάνω) κάτι κόκκινο - παθ. κοκκινίζω
Συνεπώς ο «φοίνιξ» σχετίζεται με το κόκκινο χρώμα, όπως του αίματος, αλλά και με τον «φόνο» που παράγει αίμα. Λόγω της ύπαρξης πολλών φοινίκων ή του χρώματος του προσώπου των κατοίκων της ονομάστηκε «Φοινίκη» η παραλιακή περιοχή του σημερινού Λιβάνου και «Φοίνικες» οι κάτοικοί της. Φοίνιξ ονομάζεται στην Ιλιάδα ένας Έλληνας στρατιώτης που μετέχει στη συνέλευση του στρατού, πιθανότατα από το χρώμα του προσώπου ή των μαλλιών του (πρβ. τα νεολληνικά επώνυμα Κόκκινος, Κοκκινούλης, κλπ.)

Κατά την γνώμη μου, η άποψη ότι ο «φοίνικας του Θεόφραστου» μεταφέρθηκε στο Αιγαίο από αλλού δεν έχει βάση. Αυτό δείχνει η ετυμολογία της λέξης «φοίνιξ» και το αποδεικνύει η ύπαρξη του δέντρου ως αυτοφυούς όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στην Αμοργό (και στην Ανάφη).