Οι φίλοι του μπλοκ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ASPHODELACEAE. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ASPHODELACEAE. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018

Asphodeline lutea

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Πρώτη αναφορά για τις Κυκλάδες.
Η Ασφοδελίνη η κίτρινη [Asphodeline lutea (L.) Rchb. 1830] είναι ευρωμεσογειακό φυτό, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα, εκτός των Κυκλάδων.
Βλαστός γεροδεμένος, μέχρι 80 εκ., με φύλλα σε όλο το μήκος του, εκτός της ταξιανθίας.
Φύεται σε πετρώδεις τοποθεσίες της ορεινής και ημιορεινής ζώνης.
Ανθίζει από τα τέλη Απριλίου.

Ετυμολογία:
Asphodeline > υποκοριστικό του Asphodelus > ασφόδελος (αβέβαιας ετυμολογίας) = Ασφοδελίνη
lutea = κίτρινη.


Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Asphodeline lutea

Χοζοβιώτισσα 05/04/2007


Πρώτη αναφορά για τις Κυκλάδες.
Η Ασφοδελίνη η κίτρινη [Asphodeline lutea (L.) Rchb. 1830] είναι ευρωμεσογειακό φυτό, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα, εκτός των Κυκλάδων.
Βλαστός γεροδεμένος, μέχρι 80 εκ., με φύλλα σε όλο το μήκος του, εκτός της ταξιανθίας.
Φύεται σε πετρώδεις τοποθεσίες της ορεινής και ημιορεινής ζώνης.
Ανθίζει από τα τέλη Απριλίου.

Ετυμολογία:
Asphodeline > υποκοριστικό του Asphodelus > ασφόδελος (αβέβαιας ετυμολογίας) = Ασφοδελίνη
lutea = κίτρινη.

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2007

Asphodelus ramosus / Ασφόδελος


Ο Ασφόδελος ο πολύκλαδος (Asphodelus ramosus L.1753) έχει ευρύτατη εξάπλωση στην Μεσόγειο και στην Ελλάδα.
Τοπικό όνομα στην Αμοργό: ασφόντηλας.
Είναι πολυετές γεώφυτο, έχει δηλαδή στο ρίζωμά του αποθηκευτικούς κονδύλους.
Βλαστός κυλινδρικός, κούφιος, διακλαδισμένος στην κορυφή. Φύλλα επιμήκη, τριγωνικά, συγκεντρωμένα στην βάση του βλαστού.
Φύεται γενικά σε υποβαθμισμένα εδάφη, πετρώδεις πλαγιές, βραχώδη εδάφη, θέσεις με ανθρωπογενή επιβάρυνση, άκρες δρόμων, ξηρά λιβάδια.
Άνθη με τέπαλα λευκά και κοκκινωπή νεύρωση στην μέση, σε επάκριους βότρεις.
Ανθίζει από τον Μάρτιο.

«ἀσφόδελος· οἱ δὲ ναρθήκιον, Ῥωμαῖοι ἀλβούκιουμ, Ἄφροι κύρα.» (Διοσκουρίδης)

Ετυμολογία:
Asphodelus > ασφόδελος (αβέβαιας ετυμολογίας)
ramosus > ramus (κλάδος, κλαδί) = πολύκλαδος.

«ἀσφόδελος· φυτὸν τοῖς πλείστοις γνώριμον, φύλλον ἔχον πράσῳ μεγάλῳ ἐοικός, καυλὸν δὲ λεῖον, ἔχοντα ἐπ' ἄκρου ἄνθος, καλούμενον ἀνθερικόν. ῥίζαι δὲ ὕπεισιν ἐπιμήκεις, στρογγύλαι, βαλάνοις ὅμοιαι, δριμεῖαι τὴν γεῦσιν, καὶ τὴν δύναμιν θερμαντικαί. κινοῦσι δὲ καὶ οὔρησιν καὶ ἔμμηνα ποθεῖσαι, ἰῶνται καὶ πλευρᾶς ἀλγήματα καὶ βῆχας καὶ σπάσματα καὶ ῥήγματα δραχμῆς μιᾶς τὸ πλῆθος τῆς ῥίζης ἐν οἴνῳ πινομένης.»
Διοσκουρίδης