Οι φίλοι του μπλοκ

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Asphodeline lutea

Χοζοβιώτισσα 05/04/2007


Πρώτη αναφορά για τις Κυκλάδες.
Η Ασφοδελίνη η κίτρινη [Asphodeline lutea (L.) Rchb. 1830] είναι ευρωμεσογειακό φυτό, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα, εκτός των Κυκλάδων.
Βλαστός γεροδεμένος, μέχρι 80 εκ., με φύλλα σε όλο το μήκος του, εκτός της ταξιανθίας.
Φύεται σε πετρώδεις τοποθεσίες της ορεινής και ημιορεινής ζώνης.
Ανθίζει από τα τέλη Απριλίου.

Ετυμολογία:
Asphodeline > υποκοριστικό του Asphodelus > ασφόδελος (αβέβαιας ετυμολογίας) = Ασφοδελίνη
lutea = κίτρινη.

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Smyrnium creticum

Αμοργοπούλα (Άνυδρος) 26/05/2014
photo (c) Γιάννης Γαβαλάς


Εκτός από την Αμοργοπούλα, το Smyrnium creticum αναφέρεται από τον Προφήτη Ηλία της Χώρας και τις νησίδες Λιάδι και Λέβιθα. Κοινό φυτό στις Κυκλάδες.

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Artemisia arborescens

Θολάρια 26/03/2007

Η Αρτεμισία η δενδροειδής (Artemisia arborescens (Vaill.) L. 1763) είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα, με εξαίρεση την Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία και Δ. Μακεδονία.

Κοινό όνομα: αψιθιά, παραφθορά του αρχαίου «αψίνθιον». Ο Διοσκουρίδης αναφέρει το «αψίνθιον βαθύπικρον» και το «αψίνθιον θαλάσσιον».


Βιότοπος: ακαλλιέργητα χωράφια, άκρες δρόμων, βραχώδεις πλαγιές σε υψόμετρα 0-400 (-900) μ.
Πολυετής πυκνός θάμνος με δενδροειδή μορφή, αρωματικός, πικρός, καλυμμένος με ασημόλευκο χνούδι.
Βλαστοί 50-100 εκ.
Φύλλα πτερόλοβα ή δις πτερόλοβα με λοβούς στενούς, στρογγυλωπούς στην άκρη.
Ανθοφόρα κεφάλια στρογγυλά, 6-7 χιλ, που σχηματίζουν μεγάλες πολυανθείς φόβες.

Ετυμολογία:
Artemisia > Άρτεμις- // κατά άλλη εκδοχή από την Αρτεμισία Β (350 π.Χ., αδελφή και σύζυγο του Μαύσωλου της Καρίας ==> το φυτό αναφέρει ο Πλίνιος (23–79 μ.Χ.).
arborescens > arbor δέντρο = δενδροειδής
.

Περισσότερα για το αψέντι και τις αψιθιές στα Θολάρια, μπορείτε να διαβάσετε στον παρακάτω σύνδεσμο:


Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

H φάβα της Αμοργού, μία και μοναδική


Κείμενο: Νίκος Νκητίδης (Αμοργός)
Φωτογραφίες: Γιάννης Φ. Γαβαλάς (Ηρακλειά)


Οι Ίωνες έφυγαν από την Αιγιαλεία και αποίκισαν τη Μικρά Ασία και νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Ίωνες από τη Σάμο πήγαν γύρω στον 8ο π.Χ. αιώνα στην Αμοργό και ίδρυσαν την Αιγιάλη, στην ανατολικότερη περιοχή του νησιού. Σήμερα η Αιγιάλη διατηρεί το αρχαίο της όνομα, αν και στη ντοπιολαλιά είναι ελαφρώς παρεφθαρμένο σε «Γιάλη». Το όνομά της προέρχεται από τη λέξη «αιγιαλός», που σημαίνει την ομαλή παραλία από άμμο ή βότσαλα. Και πράγματι, η Αιγιάλη διαθέτει έναν εκτεταμένο αιγιαλό, δηλαδή μια μεγάλη αμμουδιά. Τα ονόματα αιγιαλός, Αιγιαλεία, Αιγιάλη Αιγαίο προέρχονται από την λέξη αιξ-αιγός, που, ανάλογα, σημαίνει το κύμα ή την αίγα (κατσίκα). Ο αιγιαλός είναι, επομένως, η παραλία που σκάει ομαλά το κύμα.
Στην αρχαιότητα μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες ο αιγιαλός αποτελούσε και το λιμάνι για τα ξύλινα πλοία, που τον χειμώνα τα τραβούσαν έξω. Οι οικισμοί ήταν πιο ψηλά. Όπως η Αιγιάλη απλοποιήθηκε σε Γιάλη, έτσι και ο αιγιαλός έγινε γιαλός στο νησιώτικο ιδίωμα. Σήμερα ο γιαλός της Αιγιάλης κατοικείται, μετά και τη ραγδαία τουριστική του ανάπτυξη, και μετονομάστηκε σε Όρμο επί το τουριστικότερο. Οι κάτοικοι των χωριών που είναι χτισμένα στο βουνό συνεχίζουν να λένε «πάω στον γιαλό». Και οι ηλικιωμένοι κάτοικοι της Χώρας της Αμοργού συνεχίζουν να λένε «κατεβαίνω στον γιαλό», όταν αναφέρονται στο λιμάνι των Καταπόλων. Θυμηθείτε και τους στίχους του νησιώτικου τραγουδιού: «στο ΄πα και στο ξαναλέω, στον γιαλό μην κατεβείς».
Λεπτομέρειες θα πείτε, αλλά από κάτι τέτοιες λεπτομέρειες διαπιστώνουμε τη συνέχεια που υπήρχε στις παραδοσιακές κοινωνίες από την αρχαιότητα μέχρι πριν λίγα χρόνια. Στην Αιγιάλη διατηρείται μέχρι σήμερα η αρχαία καλλιέργεια ενός οσπρίου, που μας δείχνει αυτή τη συνέχεια. Ας δούμε την ιστορία της.

Ο Τουρνεφόρ


Το φθινόπωρο του 1700 ο διάσημος στην εποχή του Γάλλος βοτανικός Πιτόν ντε Τουρνεφόρ, στο πλαίσιο ενός εξερευνητικού του ταξιδιού στο Αιγαίο που χρηματοδοτούσε ο βασιλιάς της Γαλλίας, επισκέφθηκε την Αμοργό και τα νησιά της. Πήγε πρώτα στη Δονούσα, που την βρήκε να κατοικείται από 5-6 βοσκούς. Στη συνέχεια αποβιβάστηκε στην Αμοργό, που την είδε να είναι καλά καλλιεργημένη κι από εκεί κατευθύνθηκε στα κοντινά νησιά Κέρο, Σχινούσα και Ηρακλειά, που ήταν ακατοίκητα και ανήκαν στη Μονή Χοζοβιώτισσας της Αμοργού. Στη Σχινούσα βρήκε τα χαλάσματα ενός οικισμού και στην Ηρακλειά δυο καλόγερους που φρόντιζαν 2-3 κοπάδια κατσίκια.
Μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους (1832), πολλά μοναστηριακά κτήματα σταδιακά άρχισαν να απαλλοτριώνονται και να δίνονται σε ακτήμονες. Έτσι έγινε και με τα νησιά που κατείχε η Μονή Χοζοβώτισσας, τα οποία άρχισαν να κατοικούνται από το 1850 και μετά από αμοργιανές οικογένειες, που συνέχισαν τις συνήθειες του μητρικού νησιού. Στις διατροφικές τους συνήθειες, εξέχουσα θέση κατείχε το κατσούνι, από το οποίο παρασκευάζεται η περίφημη αμοργιανή φάβα και η οποία στην ντοπιολαλιά είναι περιέργως γένους ουδετέρου (το φάβα). Προχώρησαν όμως και σε δικές τους δημιουργίες, όπως είναι η τρομερή αλιευτική παράδοση στο Κουφονήσι και ο Αρακλειανός μουσικός σκοπός στην Ηρακλειά.
Σήμερα η Αμοργός και τα μικρότερα νησιά, που συνθέτουν τις Μικρές Κυκλάδες, αποτελούν ανερχόμενους τουριστικούς παραδείσους, με ευεργετικά αποτελέσματα στο εισόδημα των κατοίκων. Δεν ήταν όμως έτσι τα πράγματα μέχρι πριν 30-40 χρόνια. Η ζωή ήταν δύσκολη και στην καθημερινή διατροφή κυριαρχούσε «το φάβα». Με την πλούσια ποσότητα πρωτεΐνης, που είχε, αντικαθιστούσε το κρέας.

Εξαιρετική ποιότητα


Το 1884, δηλαδή στην πρώτη περίοδο του αποικισμού Δονούσας, Κουφονησιού, Σχινούσας και Ηρακλειάς από αμοργιανές οικογένειες, εκδόθηκε μία εθνολογική έρευνα για την Αμοργό του σπουδαίου στην εποχή του ερευνητή Αντωνίου Μηλιαράκη. Για την διατροφή των Αμοργιανών ο Μηλιαράκης γράφει ότι το κύριο φαγητό τους ήταν το κατσούνι «φημιζόμενον επί τη εξαιρέτω αυτού ποιότητι». Από το κατσούνι έκαναν «το φάβα», που, όπως διευκρινίζει ο Μηλαριάκης, πρόκειται για τρόπο μαγειρέματος, γιατί φάβα έκαναν και από άλλα όσπρια.
«Ως προς την τροφή, οι Αμοργιανοί ζουν λιτά, όπως όλοι οι νησιώτες, αλλά αυτό που τους διακρίνει είναι ότι για κύρια τροφή χρησιμοποιούν τα όσπρια και ιδίως το κατσούνι. Κάθε οικογένεια φροντίζει  να έχει κατσούνι για όλο τον χρόνο. Είναι δε το όσπριο αυτό εξαίρετο στην γεύση και σ’ αυτό συντελεί και το άριστο εγχώριο ελαιόλαδο. Πριν αποθηκεύσουν το κατσούνι (όπως και τη φακή) το τρίβουν στις παλάμες με λάδι, γιατί πιστεύουν ότι έτσι διατηρείται καλύτερα και δεν μαμουνιάζει», γράφει ο Μηλιαράκης και διευκρινίζει ότι κρέας έτρωγαν συνήθως στις γιορτές. Έτσι το πλούσιο σε πρωτεΐνη και ιχνοστοιχεία κατσούνι αποτελούσε στις Μικρές Κυκλάδες το κρέας των φτωχών.
Κατσούνι ονομάζεται σε πολλά νησιά του Αιγαίου ένα είδος μαχαιριού ή δρεπανιού, που έχει σχήμα ημισελήνου. Πιθανότατα από αυτό το αγροτικό εργαλείο θερισμού πήρε το όνομά του και το φυτό, από το οποίο παράγεται η αμοργιανή φάβα. «Κατσούνι» είναι και το όνομα πολλών παραλιών σε νησιά του Αιγαίου (Ρόδος, Σαντορίνη, Ψαρά), που έχουν παρόμοιο ημισεληνοειδές σχήμα.

Ψυχανθές


Χλωριδικά το κατσούνι ανήκει στην μεγάλη οικογένεια των ψυχανθών, που περιλαμβάνει τη φακή, τα φασόλια, τα ρεβύθια κ.α. Μέχρι το 2008 πιστευόταν ότι το κατσούνι αποτελούσε μια ποικιλία του λαθουριού (Lathyrus clymenum). Όμως μία έρευνα του Εργαστηρίου Φαρμακογνωσίας και Χημείας Φυσικών Προϊόντων της Φαρμακευτικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών υποστηρίζει ότι το κατσούνι αποτελεί μια ποικιλία του αρακά (Pisum sativum). Η δημιουργία αυτής της σπάνιας ποικιλίας είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας επιλογής και εξέλιξης (από την προϊστορική ήδη εποχή) που συνέβη και συνεχίζεται μόνο στην Αμοργό και από το 1850 σε Δονούσα, Σχινούσα και Ηρακλειά.
Για να υπάρχει καλή σοδειά, χρειάζεται την εποχή της σποράς «να ρίξει δυο τρία καλά νερά και να γίνει το χωράφι λάσπη», υποστηρίζει ο Μιχάλης Οικονομίδης από τα Θολάρια της Αιγιάλης. Κι αυτό χρειάζεται, γιατί το κατσούνι έχει πολύ σκληρούς σπόρους που το λασπώδες έδαφος τούς κάνει να μαλακώσουν και να φυτρώσουν μαζικά. Αλλά και την άνοιξη, όταν δένουν οι καρποί, χρειάζεται «ένα καλό νερό» για καλή συγκομιδή.

Στην Ηρακλειά


Στην Ηρακλειά οι περισσότεροι κάτοικοι προέρχονται από την Αιγιάλη της Αμοργού και ειδικότερα από τα Θολάρια, όπως άλλωστε φαίνεται και από τους πολλούς Γαβαλάδες που ζουν στο όμορφο αυτό νησί. Ο Νίκος Γαβαλάς συνεχίζει στην Ηρακλειά την παραδοσιακή παραγωγή του κατσουνιού σε όλα της τα στάδια. Στις αρχές του καλοκαιριού θερίζει τα χωράφια και στη συνέχεια λιχνίζει στο πέτρινο αλώνι για να πάρει τον καρπό. Αργότερα οι νοικοκυρές, όπως η Φανή Γαβαλά, θα σπάσουν το κατσούνι στον χειρόμυλο, που παραμένει ο ίδιος από την εποχή των κυκλαδικών ειδωλίων μέχρι σήμερα. Το σπασμένο κατσούνι θα καθαριστεί από τα φλούδια κι άλλα ξένα στοιχεία και θα είναι έτοιμο να αποδώσει «το φάβα» με την μοναδική γεύση, τα πλούσια ιχνοστοιχεία και τις φαρμακευτικές ιδιότητες, που αναπτύχθηκαν σε διημερίδα που οργάνωσε στην Αμοργό η Ελληνική Εταιρία Εθνοφαρμακολογίας.
Ο μακροβιότερος δημοτικός άρχοντας της Ελλάδας, ο επί 20ετία κοινοτάρχης Ηρακλειάς και μακαρίτης πλέον Φάνης Γαβαλάς με πληροφόρησε ότι το καθάρισμα του σπασμένου κατσουνιού γίνεται με τον «τουμπανά», που έχει το σχήμα του κόσκινου και δερμάτινη βάση. Χρησιμεύει στο τουμπάρισμα του καρπού, δηλαδή στο τίναγμα ψηλά και το ξεχώρισμα (με τη βοήθεια της βαρύτητας) του καρπού από το ελαφρύ φλούδι, που μετά απομακρύνεται με ένα φύσημα ή με το χέρι. Χρησιμοποιείται επίσης και το «γυροκόσκινο», το οποίο διαχωρίζει τον καρπό από τους σπόρους του παράσιτου «κολλιτσάνος» (Emex spinosa).
Στην Αμοργό, σε όλη την ιστορική της διαδρομή, και μέχρι πριν λίγα χρόνια στη Δονούσα, το Κουφονήσι, τη Σχινούσα και της Ηρακλειά η βάση της διατροφής του κόσμου ήταν το κατσούνι, «το κρέας των φτωχών». Σήμερα το κατσούνι αποτελεί ένα εκλεκτό βιολογικό προϊόν και πωλείται τρεις φορές ακριβότερα από  το κρέας.




Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Matthiola incana

Δονούσα 05/03/2013
photo (c) Δαυΐδ Κουτσογιαννόπουλος

Πρώτη αναφορά από την Δονούσα. Αγριοβιολέτα της Μεσογείου. Το όνομά της incana (= λευκότριχη) οφείλεται στο τρίχωμα των φύλλων της. Στις Κυκλάδες αναφέρεται επίσης από την Άνδρο, την Τήνο και την Θηρασιά.

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Ornithogalum creticum

Αμοργοπούλα (Άνυδρος) 26/05/2014
photo (c) Γιάννης Γαβαλάς

Το Ορνιθόγαλο το κρητικό (Ornithogalum creticum Zahar., 1977) είναι ενδημικό Κρήτης, Καρπάθου και Κυκλάδων.
Στις Κυκλάδες αναφέρεται από τις αμοργιανές νησίδες Μάκαρες της Δονούσας, το Λιάδι και την Αμοργοπούλα (Άνυδρος).
Φύεται σε ασβεστολιθικούς βράχους, πετρώδεις θέσεις και φρύγανα σε υψόμετρα 0-1.500 μ.
Φύλλα 5-8, που συχνά έχουν μαραθεί κατά την ανθοφορία.
Άνθη ελαφρώς αρωματικά. Περιάνθιο ανοιχτά πρασινωπό προς το εσωτερικό
Ανθίζει Απρίλιο-Ιούνιο.


Ετυμολογία:
Ornithogalum > Όρνις (πτηνό,  όρνιθα, κόττα) + γάλα. Αναφέρεται στην φράση «και του πουλιού το γάλα», λόγω του λευκού χρώματος των τεπάλων του.
creticum > Creta Κρήτη





Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Origanum calcaratum

Αμοργοπούλα (Άνυδρος) 26/05/2014
photo (c) Γιάννης Γαβαλάς

Το Ορίγανο το πληκτροφόρο (Origanum calcaratum, Juss. 1789) είναι ενδημικό του Νότιου Αιγαίου.
Περιγράφτηκε το 1789 από την Αμοργό και την ορθοπλαγιά της Μονής Χοζοβιώτισσας.
Από τότε έχει βρεθεί σε Κέρο, Αστυπάλαια, Ικαρία, Χάλκη, σε διάφορες νησίδες (Αμοργοπούλα, Οφειδούσα, Ζαφορά) και σε μία θέση στη Σητεία της Κρήτης το 1964.
Στην Αμοργό φύεται σε πολλά μέρη του νησιού: Χοζοβιώτισσα, Κρίκελος, Λαγκάδα, Ποταμός. Επίσης στο νησί της Νικουριάς και στη γειτονική νησίδα Άτιμο. Κι ακόμα στην βραχονησίδα Βιόκαστρο. Έχει συλλεγεί επίσης από τα αμοργιανά νησιά Κέρος και Αμοργοπούλα (Άνυδρος).
Τοπικά ονόματα: κεφαλόχορτο», «δίκταμος της Αμοργού» ή «αμοργιανό τσάι» και συλλέγεται για την παρασκευή φαρμακευτικού ροφήματος.
Παλαιογεωγραφικό είδος, θεωρείται αρχέγονη μορφή του γένους Origanum και ο στενότερος συγγενής του είναι ο δίκταμος της Κρήτης.
Είναι πολυετές αρωματικό και φαρμακευτικό φυτό.
Φυτρώνει σε σχισμές βράχων και κρημνούς, σε υψόμετρα μέχρι 700 μ..
Φύλλα δερματώδη ωοειδή ή σχεδόν στρογγυλά.
Ανθίζει Μάιο - Αύγουστο.

*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (2009).με τον χαρακτηρισμό Τρωτό (VU).

Ετυμολογία
Origanum > όρος + γανώ (λάμπω, χαίρομαι), η χαρά τους βουνού - αναφορά στον φυσικό του βιότοπο. Ορίγανον, ρίγανη.
calcaratum > calcar, calcaris το πλήκτρο, το σπηρούνι του κόκκορα ==> από την απόληξη του άνθους = πληκτροφόρο
:





Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Orchis anatolica

Δονούσα 04/03/2013
photo (c) Δαυΐδ Κουτσογιαννόπουλος

Η Orchis anatolica, Boiss. 1844, είναι ορχιδέα της Ανατολικής Μεσογείου. Περιγράφτηκε από την Καρία της
Μικράς Ασίας. Έχει ευρεία εξάπλωση στην Κρήτη, τις Κυκλάδες και το ανατολικό Αιγαίο.
Άνθη μεγάλα, με αραιή διάταξη και χρώμα από κόκκινο μέχρι άσπρο. Το μεσαίο τμήμα του χείλους έχει σκουροκόκκινες σειρές κουκκίδων.
Βλαστός στο πάνω τμήμα του με έντονη κόκκινη χροιά. Φύλλα ανοιχτοπράσινα
Φύεται σε πετρώδεις πλαγιές, αραιούς φρυγανότοπους και ανοιχτό περιβάλλον
Ανθίζει από τα τέλη Μαρτίου.

Ετυμολογία:
Orchis > Όρχις (αρσενικού γένους), φυτό με δύο κονδύλους σε σχήμα όρχεων που αναφέρει ο Διοσκουρίδης // ο όρχις (<ορχίδιον < αρχίδι)
anatolica > Anatolia, η μη ευρωπαϊκή Τουρκία > ανατολή = ανατολίτικη.



Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Helichrisum amorginum από την Αμοργοπούλα (Άνυδρο)

Αμοργοπούλα (Άνυδρος) 26/05/2014
photo (c) Γιάννης Γαβαλάς

Το Ελίχρυσο το αμοργινό (Helichrisum amorginum) είναι στενοενδημικό της Αμοργού και των νησιών της και περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 1996). Η νησίδα Αμοργοπούλα (Άνυδρος) βρίσκεται στην μέση του πελάγους, ανάμεσα σε Αμοργό, Θήρα και Ανάφη. Ο Γιάννης Γαβαλάς είναι μόνιμος κάτοικος της Ηρακλειάς και δεινός ερευνητής της φύσης στα αμοργιανά νησιά των Μικρών Κυκλάδων. Ο συνδυασμός και των τριών είναι οι φωτογραφίες του Γιάννη Γαβαλά που βλέπετε του Helichrisum amorginum από τη νησίδα Αμοργοπούλα. Το Ελίχρυσο το αμοργινό φύεται αποκλειστικά σε βράχους και γκρεμούς με μέτωπο προς τη θάλασσα.

Αμοργοπούλα (Άνυδρος) 26/05/2014
photo (c) Γιάννης Γαβαλάς

Αμοργοπούλα (Άνυδρος) 26/05/2014
photo (c) Γιάννης Γαβαλάς