Οι φίλοι του μπλοκ

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Silene colorata

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Σιληνή η χρωματιστή (Silene colorata Poir. 1789) είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: αμμώδεις περιοχές κοντά στη θάλασσα, διάκενα φρυγανότοπων, ελαιώνες, χαλικώδεις και αμμώδεις θέσεις, συχνά σε μεγάλους πληθυσμούς, σε υψόμετρα 0-700 (-1200) μ.
Αυτή η σιληνή προτιμά τις αμμώδεις παραλίες, όπου συχνά δημιουργεί όμορφα ρόδινα στρώματα. Βλαστοί έρποντες ή όρθιοι και φύλλα μικρά, λογχοειδή.
Άνθη με ποδίσκο σε αραιό στάχυ. Κάλυκας κυλινδρικός, διογκωμένος στην κορυφή με κοκκινωπές ραβδώσεις. Πέταλα ρόδινα, διαιρεμένα σε δυο βαθείς λοβούς. Συχνά θα τη δούμε και μακριά από τη θάλασσα, σε αμμώδη εδάφη..
Ανθίζει (Δεκέμβριος) Μάρτιος - αρχές Ιουνίου.

Ετυμολογία:
Silene > > Silenus (λατιν.) > Σειληνός = Σιληνή.
coloratus, a, um > coloro χρωματίζω > colorato με φωτεινά χρώματα = χρωματιστή, έγχρωμη.


Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Phlomis fruticosa

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Φλομίς η πολύβλαστη - θαμνώδης (Phlomis fruticosa, L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό, από την Ιταλία και ανατολικότερα. Στην Ελλάδα φύεται στην Νότια και Δυτική Ελλάδα. Είναι από τα συνήθη είδη της βλάστησης «γκαρίγκ», όπου και μπορεί να κυριαρχήσει καθώς οι σκληρές τρίχες σε βλαστούς και φύλλα δεν επιτρέπουν την βόσκηση από τα ζώα. Ανθίζει την άνοιξη.
Ετυμολογία:
Phlomis  > φλομίς, φυτό που αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη.
fruticosa > frutex (λατιν.) θάμνος = θαμνώδης, πολύβλαστη.


Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Pallenis spinosa

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Παλληνίς η ακανθώδης [Pallenis spinosa (L.) Cass. 1825] είναι μεσογειακό  φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.

Τοπικό όνομα: τσιτομάτα.
 
Διετές φυτό με βλαστό διακλαδισμένο, πολύ χνουδωτό. Τα φύλλα είναι επιμήκη, λογχοειδή, χνουδωτά, κοίλα, τα ανώτερα επιφυή.
Βιότοπος: αγροί, βραχώδεις τοποθεσίες, ελαιώνες
Κεφάλια με βράκτια αγκαθωτά, παρόμοια με τα φύλλα, τα εσωτερικά από αυτά κοντύτερα. Δίσκος κίτρινος μέχρι 20 εκ. και περιφερειακά ανθίδια γλωσσοειδή, κίτρινα ή κοκκινωπά.
Ανθίζει από τον Απρίλιο.

Ετυμολογία:
Pallenis > Παλλήνη, αρχαίος δήμο της Αττικής και αρχαία πόλη στην Χαλκιδική = Παλληνίς.
spinosus, -a, um > spina, άκανθα, αγκάθι = ακανθώδης.


Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

Securigera securidaca

Βρούτση 04-04-2007

Η Securigera securidaca (L.) Degen & Dörfl. 1897, είναι μεσογειακό  φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Συνώνυμο: Coronilla securidaca L.
Βιότοπος: ακαλλιέργητοι αγροί, περιβόλια, ρεματιές, φρύγανα σε υψόμετρα 0-700 (-1000) μ.
Μονοετές φυτό, λείο, ύψους 15-40 εκ., διακλαδισμένο από την βάση
Φύλλα περιτόπληκτα, με 4-7 ζεύγη πλάγιων φυλλαρίων. Φυλλάρια προμήκη-αντωοειδή, κομμένα στην άκρη.
Ανθοφόρα κεφάλια με 2-8 κίτρινα άνθη.
Καρποί γραμμικοί χέδρωπες, 5-10 εκ., λίγο κυρτοί.
Ανθίζει Απρίλιο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Securigera > securis τσεκούρι, πέλεκυς + gero φέρω, ενεργώ ==> από το σχήμα των καρπών.
securidaca = μαχαιρίδιο, στιλέτο // όνομα φυτού.



Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Muscari comosum

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Μούσκαρι το εύκομο (Muscari comosum, (L.) Mill. 1768) έχει μεγάλη εξάπλωση στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Φύεται σε παραδοσιακά καλλιεργούμενους και ακαλλιέργητους αγρούς, όρια αγρών και λιβάδια, συχνά σε μεγάλους πληθυσμούς. Εϊναι γεώφυτο, έχει δηλαδή ρίζωμα με αποθηκευτικούς βολβούς. Φύλλα μέχρι 3 εκ. πλάτος και 40 εκ. μήκος, κοίλα. Ανθοταξία βότρυς, στο κάτω μέρος αραιός με καστανά άνθη και στην κορυφή πιο πυκνός με άνθη κυανοϊώδη. Τα ανώτερα άνθη είναι άγονα. Ανθίζει την άνοιξη.

Τοπική ονομασία: βορβός


Είναι το φυτό που δίνει τους αφροδισιακούς βολβούς, οι οποίοι μοιάζουν με κρεμμυδάκια. Οι βολβοί του έχουν πικρή γεύση και τρώγονται από την αρχαιότητα, γιατί θεωρούνται ότι έχουν ισχυρές αφροδισιακές και θεραπευτικές ιδιότητες. Ο Ιππποκράτης και ο Διοσκουρίδης χρησιμοποιούσαν τους βολβούς για πολλές ασθένειες. Την ίδια άποψη έχουν και οι σύγχρονοι Έλληνες που τρώνε τους βολβούς με τον αρχαίο τρόπο, δηλαδή ψημένους και αρτυμένους με ξύδι, όπως συνιστά ο Διοσκουρίδης.
Οι βολβοί συλλέγονται πριν την περίοδο του Πάσχα. Διατηρούνται στο ξύδι και αποθηκεύονται σε βάζα. Οι βολβοί του M. comosum αποτελούν, ειδικά στην Κρήτη, εξαιρετικό μεζέ με το όνομα σκορδουλάκοι.

Αρχαίες συμβουλές:
«Άριστοι βολβοί είναι οι βασιλικοί που έχουν κόκκινο χρώμα. Δεύτερης ποιότητας είναι οι λευκοί από τη Λιβύη. Χειρότεροι από όλους είναι οι αιγυπτιακοί». Αθήναιος
«Οι βολβοί ταιριάζουν με το τυρί, το μέλι, το κρεμμύδι και το ξύδι. Αν τους φας χωρίς αυτά, τότε είναι άθλιοι και πικροί». Φιλήμων

Ετυμολογία:
Muscari < μόσχος (σχετίζεται με το περσικό mushka = γεννητικός αδένας), ελαιώδες, έντονα αρωματικό υγρό που βγαίνει από τον γεννετικό αδένα του ασιατικού ελαφιού «μόσχος ο μοσχοφόρος» (πρβ: μοσκοβολώ, μοσχοκάρυδο, μοσχοσάπουνο, μοσχοστάφυλο). Ίσως επειδή φυτά του γένους Muscari είναι πολύ αρωματικά.
comosus, a, um < coma (λατιν.) < κόμη (οι τρίχες της κεφαλής --> κομήτης, αυτός που έχει μακριά κόμη) = εύκομος, η, ο.


Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

Lonicera etrusca

Φοινικιές 22-04-2005
Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Λονίτσερα η ετρούσκη [Lonicera etrusca (Santi 1795)] είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.

Τοπικό όνομα: αγιόκλημα και παλιότερα καρπαθιά (υπάρχει και τοπωνύμιο Καρπαθιές)
Κοινό λαϊκό όνομα: αγιόκλημα, αγριοαγιόκλημα.


Αειθαλής θάμνος με βλαστούς πολύκλαδους και φύλλα γλαυκά, μεγάλα μέρχι 8 εκ., λεία, τα ανώτερα ενωμένα, περίβλαστα.
Βιότοπος: θαμνώνες, δάση, βραχώδεις πλαγιές.
Ανθική στεφάνη σωληνοειδής, δίχειλη, λευκή ή ρόδινη, με μακρείς λευκούς στήμονες.
Ανθίζει από τον Μάιο.

Ετυμολογία:
Lonicera > γένος αφιερωμένο με τον Γερμανό ιατρό και βοτανικό Adam Lonitzer (Lonicerus, 1528-1586).
etrusca > Etruria Ετρουρίa, αρχαία περιοχή της Ιταλίας, στη σημερινή Τοσκάνη.


Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Tuberaria guttata


Η Tuberaria guttata (L.) Fourr. 1868, είναι μεσογειακό φυτό, πολύ μεταβλητό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Συνώνυμο: Cistus guttatus L. 1753.
Βιότοπος: φρύγανα, ξηρά λιβάδια, ελαιώνες, διάκενα δασών, σε υψόμετρα 0-700 (-1200) μ.
Μικρό, τριχωτό, όρθιο φυτό, ύψους 10-30 εκ..
Φύλλα λογχοειδή, συγκεντρωμένα στην βάση του βλαστού, που έχουν μαραθεί κατά την ανθοφορία.
Άνθη με τριχωτά σέπαλα και κίτρινα πέταλα με χαρακτηριστική κηλίδα στην βάση.
Ανθίζει από τα μέσα Μαρτίου μέχρι τις αρχές Ιουνίου.

Ετυμολογία:
Tuberaria > tuber κόνδυλος, οίδημα.
guttata > gutta σταγόνα, στάλα ==> από την παρουσία κηλίδας (σταγόνας) στα πέταλα του άνθους = σταλαγματώδης.


Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Quercus coccifera πουρνάρι

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το πουρνάρι (Quercus coccifera, L. 1753) είναι βασικό συστατικό της μεσογειακής (μακίας και γκαρίγκ) βλάστησης. Συνήθως έχει θαμνώδη μορφή, λόγω της βόσκησης και της ξύλευσης, αλλά μπορεί να αναπτυχθεί σε ένα πολύ ανθεκτικό δέντρο και μάλιστα μεγάλων διαστάσεων, πάνω από 15 μέτρα. Έχει ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα, σε υψόμετρα 0-1200 (1600).
Κοινό ελληνικό όνομα: πουρνάρι
Τοπικό όνομα: πίρνος και πιρνιά. Διατηρεί, δηλαδή, αναγραμματισμένο το αρχαίο όνομα (πρίνος) που αναφέρει ο Θεόφραστος.
Το 1835 ξέσπασε για πολλές βδομάδες μια μεγάλη φωτιά στον Κρίκελο της Αιγιάλης, το ψηλότερο βουνό της Αμοργού, που τότε ήταν δασωμένο με πουρνάρια και φείδες. Ήταν ένα από τα αρχαιότερα δρυοδάση του Αιγαίου. Σήμερα έχουν διασωθεί συστάδες και μεμονωμένα δέντρα σε απρόσιτα μέρη της κορυφής «Πάπας».
Το πουρνάρι είναι το πιο διαδεδομένο είδος δρυός.
Τα φύλλα του είναι μικρά, αγκαθωτά, πιο ανοιχτόχρωμα στην κάτω πλευρά. Την άνοιξη, όταν είναι νεαρά, έχουν καφετί χρώμα και είναι μαλακά και γλυκά, αποτελώντας βασική τροφή των κατσικιών.
Στα φύλλα του πουρναριού αναπτύσσεται ο «Κόκκος ο βαφικός» (Kermococcus vernmllio), ένα ημίπτερο έντομο που το κηκίδιό του δίνει μια κόκκινη χρωστική, το κρεμμέζι ή πρινοκόκκι, εξ ου και coccifera - κοκκοφόρος για το επιστημονικό επίθετο του πουρναριού
Ανθίζει Απρίλιο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Quercus > το λατινικό όνομα της δρυός.
coccifera > coccum > κόκκος + fero φέρω = κοκκοφόρος

«ἔχει δὲ τὴν μήτραν τὰ μὲν μεγάλην καὶ φανεράν, ὡς πρῖνος δρῦς...»
Θεόφραστος


Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Cistus creticus subsp. creticus

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Ο Κίστος ο κρητικός (Cistus creticus L. 1762 subsp. creticus) είναι μεσογειακό φυτό, με μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, εκτός Θεσσαλίας και ΒΔ Ελλάδας. Ο Διοσκουρίδης το αναφέρει με το όνομα «κίσθος», γράφοντας ότι από ένα είδος του παράγεται το λάδανο (λάβδανο).

Από τον κρητικό Κίστο κατ' εξοχήν συλλέγεται το λάδανο. Γράφει σχετικά ο Διοσκουρίδης:
 «γίνεται δὲ ἐξ αὐτοῦ τὸ λεγόμενον λάδανον· τὰ φύλλα γὰρ αὐτοῦ νεμόμεναι αἱ αἶγες καὶ οἱ τράγοι τὴν λιπαρίαν ἀναλαμβάνουσι τῷ πώγωνι γνωρίμως καὶ τοῖς μηροῖς προσπλαττομένην διὰ τὸ τυγχάνειν ἰξώδη, ἣν ἀφαιροῦντες ὑλίζουσι καὶ ἀποτίθενται ἀναπλάσσοντες μαγίδας.»

Είναι θάμνος πολύκλαδος με κοντές, λευκές, κολλώδεις τρίχες και φύλλα έμμισχα, αντίθετα, αδενώδη, κυματιστά στα περιθώρια.
Βιότοπος: πετρώδεις πλαγιές, θαμνώνες, φρύγανα.
Άνθη μέχρι 6εκ. με σέπαλα κοντά και πέταλα ρόδινα με ιδιαίτερη μορφή, αφού μοιάζουν σαν τσαλακωμένα.
Ανθίζει από τον Μάρτιο

Ετυμολογία:
Cistus > κίστη = κιβώτιο ή μεγάλο καλάθι ποικίλων χρήσεων (Όμηρος) και είδος κιβωτίου στο οποίο τοποθετούσαν τα αναγκαία για γραφή (Αριστοφάνης) - αναφέρται στο σχήμα του καρπού, ο οποίος ανοίγοντας ξαφνικά, αποβάλλει τα σπέρματα = Κίστος.
creticus > Κρήτη.


Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

Bellardia trixago

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Bellardia trixago (L.) All. 1785, είναι φυτό της Μεσογείου και της ΝΔ Ασίας, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: λιβάδια, αγροί, διάκενα δασών, σε υψόμετρα 0-700 (-1100) μ.
Κομψή, πολυετής πόα με ισχυρό, όρθιο βλαστό
Φύλλα αντίθετα, χνουδωτά, επιμήκη, οδοντωτά, μάλλον σαρκώδη, συχνά με κοκκινωπά χείλη.
Τα λευκορόδινα άνθη είναι σε χαρακτηριστική πυραμιδοειδή ταξιανθία. Το κάθε άνθος έχει μεγάλο αδιαίρετο κάτω χείλος, το άνω μικρότερο, τρίλοβο και φύεται από τετράλοβο τριχωτό κάλυκα.
Ανθίζει Απρίλιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Bellardia > γένος αφιερωμένο στον Ιταλό βοτανικό Carlo Antonio Lodovico Bellardi (1741-1826).
trixago > φυτό που αναφέρεται από τον Πλίνιο.


Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Anthyllis vulneraria subsp. rubriflora

Χώρα 05-04-2007
Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Ανθυλλίς η τραυματική υποείδος η ερυθρανθής [Anthyllis vulneraria subsp. rubriflora (DC.) Arcang. 1882] είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Θεωρείται επουλωτικό των τραυμάτων, κάτι που εξηγεί το όνομα vulneraria (τραυματική).
Το ελληνικό όνομα «ανθυλλίς» αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη για ένα υδρόβιο φυτό και από τον Πλίνιο για την Ajuga, Ο Λινναίος (Linnaeus) χρησιμοποίησε αυτό το όνομα συνδυάζοντας το ελληνικό «ανθυλλίς» και το πολύ λεπτό και πυκνό βαμβακώδες τρίχωμα που καλύπτει βλαστούς και κάλυκες (όπως ορισμένα είδη της Ajuga).
Φυτό πολύμορφο με πολλά υποείδη.
Τριχωτή όρθια ή έρπουσα πόα με φύλλα πολύμορφα. Τα κατώτερα έχουν φυλλάρια άνισα με το κεντρικό πολύ μεγαλύτερο, ενώ τα ανώτερα είναι ισομήκη.
Βιότοπος: κοινό σε άκρες δρόμων, δολίνες, ελαιώνες, σε υψόμετρα 0-900 (-2000) μ.
Άνθη λευκοκόκκινα σε κεφάλια περιβαλλόμενα από φυλλοειδή βράκτια και κάλυκες διογκωμένους πολύ τριχωτούς.
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Anthyllis > υποκοριστικό του «άνθους». Το όνομα αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη για ένα υδρόβιο φυτό και από τον Πλίνιο για την Ajuga.
vulneraria > vúlnus, vúlneris τραύμα πληγή ==> επειδή έχει επουλωτικές ιδιότητες = τραυματική.
rubriflora > ruber ερυθρός, κόκκινος + flos floris άνθος = ερυθρανθής.


Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

Anagallis arvensis

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Anagallis arvensis L. 1753, είναι κοσμοπολίτικο φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: φρύγανα, λιβάδια, ελαιώνες, διάκενα δασών, παράκτιοι βιότοποι, σε υψόμετρα 0-1200) μ.
Μικρή πόα, όρθια ή κατακείμενη με φύλλα ωοειδή λογχοειδή, αντίθετα, επιφυή, λεία.
Τα γαλάζια-μπλε ή πορτοκαλοκόκκινα άνθη φύονται σε λεπτούς ποδίσκους στις μασχάλες των φύλλων. Η περιφέρεια των πετάλων φέρει μικρά τριχίδια.
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Anagallis > αναγαλλίς (φυτό που αναφέρει ο Διοσκουρίδης και το οποίο υποτίθεται ότι καταπολεμούσε την κατάθλιψη)
arvensis > arvum, αγρός = αρουραία, των αγρών.


Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Crupina crupinastrum

Χώρα 22-04-2005

Η Crupina crupinastrum (Moris) Vis. 1847, είναι ευρασιατικό φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: αγροί, φρύγανα, πετρώδεις θέσεις, ελαιώνες σε υψόμετρα 0-1200 (1900) μ.
Μονοετές φυτό με λεπτό βλαστό, αραιά διακλαδισμένο, με κεφάλια μονήρη στις κορυφές των βλαστών.
Φύλλα συγκεντρωμένα στο κάτω μέρος του φυτού, πτεροειδή με λοβούς οδοντωτούς.
Ανθίδια ρόδινα, σε υπάνθιο με μαυροκόκκινα βράκτια.
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Crupina > πιθανή προέλευση από την φλαμανδική γλώσσα
crupinastrum > Crupina + υποκοριστική κατάληξη -astrum.