Οι φίλοι του μπλοκ

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

Ophrys ferrum-equinum subsp. convexa

Βρούτση 26-03-2006

Η ορχιδέα Οφρύς «με πέταλο αλόγου» (Ophrys ferrum-equinum, Desfontaines 1807) έχει κέντρο ανάπτυξης το Αιγαίο. Περιγράφτηκε το 1807 από την Σάμο και την Σμύρνη.
Εύρωστο φυτό, με ύψος έως 40 εκατοστά. Θεωρείται προγονικό είδος και παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία ανάλογα με την γεωγραφική περιοχή. Έχουν περιγραφεί αρκετά υποείδη και ποικιλίες.
Η Ophrys ferrum-equinum subsp. convexa, που περιγράφτηκε ως υποείδος από την Αμοργό, εντάσσεται στην ποικιλομορφία τους είδους.
Βιότοπος: φρύγανα, λιβάδια, ακαλλιέργητα χωράφια, αραιά δάση σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1.100 μέτρα.
Άνθος: ακέραιο, ανοιχτό ή σκούρο καφεκόκκινο με πυκνό κοκκινωπό τρίχωμα στους ώμους. Θυρεός γαλαζωπός με μεταλλικό μπλε περίγραμμα σε σχήμα πέταλου.
Άνθιση: Φεβρουάριος - Μάιος.

Ετυμολογία:
Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας.
ferrum-equinum > ferrum σίδερο + equinus άλογο - επειδή ο θυρεός στο χείλος μοιάζει με πέταλο αλόγου.
convexa > κυρτή, κοίλη.


Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Symphytum davisii

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Σύμφυτο του Ντέιβις (Symphytum davisii) είναι πολυετές φυτό, ενδημικό Αμοργού, Νάξου, Σικίνου, νησίδας Καρδιώτισσα, Ικαρίας. Η μέχρι τώρα επιστημονική κατάταξη το χωρίζει σε 4 υποείδη (davisii, cycladense (Σίκινος), naxicola, icaricum), όλα τοπικά ενδημικά.
Το τυπικό υποείδος Symphytum davisii, Wikens 1969 subsp. davisii είναι ενδημικό της Αμοργού. Θεωρείται πολύ σπάνιο, τρωτό, με προτεραιότητα προστασίας πρωτεύουσα και γι΄αυτό προστατεύεται από την ελληνική νομοθεσία και ευρωπαϊκούς κανονισμούς.
Αναφέρεται από το φαράγγι τ' Αρακλού στην Αιγιάλη, το Ρέμα του Φονιά στα Κατάπολα, ρεματιά στα Θολάρια, το μονοπάτι Βρούτση-Κατάπολα και τον Κρίκελο σε υψόμετρα 350-500 μ.
Βιότοπος: πετρώδεις και βραχώδεις θέσεις εποχικά υγρές και σκιερές, θαμνώνες, σε ρεματιές και χαράδρες σε υψόμετρα 0-900 μ.
Ποώδες πολυετές φυτό με παχιά, ξυλώδη και τριχωτή βάση. Φύλλα ωοειδή με οδοντωτά και ελαφρώς κυματοειδή περιθώρια. Ταξιανθίες απλές με 10-20 λευκά άνθη.
Τα σύμφυτα θεωρούνται ισχυρά φαρμακευτικά φυτά και χρησιμοποιούνται από την ομοιοπαθητική για την αποκατάσταση καταγμάτων, παθήσεις των οστών και οφθαλμικά τραύματα.
Άνθιση: Απρίλιος - αρχές Μαΐου.

Ετυμολογία:
Symphytum > συν + φυτό ==> φυτό που αναπτύσσεται σε ομάδες = Σύμφυτο
davisii > προς τιμήν του Άγγλου βοτανικού Peter Hadland Davis (1918-1992), που ερεύνησε την χλωρίδα της Τουρκίας και των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.


Scorzonera araneosa

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Σκορτζονέρα η αραχνώδης (Scorzonera araneosa Sm. 1813) είναι ενδημικό φυτό των Κυκλάδων.

Συνώνυμο: Scorzonera eximia Rech.f. 1934 (Σκορτζονέρα η εξαίρετη) από φυτά που συλλέχτηκαν στην Αμοργό. Υποστηρίζεται ότι η S.eximia διαφέρει στα φύλλα.


Χασμόφυτο, που φύεται σε σχισμές βράχων και κρημνών.
Η ονομασία της οφείλεται στους πυκνά (σαν ιστό αράχνης) τριχωτούς βλαστούς της.
Πολυετής πόα, με χοντρή κονδυλώδη ρίζα, που εισέρχεται βαθιά στον βράχο.
Φύλλα πολλά, μακρόστενα, τριχωτά.
Κεφάλια μεγάλα, με κίτρινα ανθίδια.
Ανθίζει από τον Απρίλιο

Ετυμολογία:
Scorzonera > Το νεολατινικό Scorzonera θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε ως «φιδόχορτο». Το εισήγαγε ο Πιτόν ντε Τουρνεφόρ (για το φυτό Scorzonera hispanica), από την καταλανική λέξη escurçonera, που αναφέρεται σε ένα φυτό η κονδυλώδης ρίζα του οποίου εθεωρείτο αντίδοτο για τα δαγκώματα των φιδιών.
araneosa > aráneum αράχνη = αραχνώδης, αραχνοειδής.


Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Anacamptis pyramidalis

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Ανακαμπτίς η πυραμιδική (Anacamptis pyramidalis (L.) Rich. 1817) είναι μία ορχιδέα με μεγάλη εξάπλωση στην Ευρώπη, την Μεσόγειο και την Ελλάδα.
Είναι ποικιλόμορφη στο σχήμα των φύλλων και στο χρώμα των ανθέων.
Φύεται σε λιβάδια, φρύγανα, θαμνώνες, ελαιώνες, παρυφές δασών από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1800 μέτρα.
Ανθίζει την άνοιξη μέχρι τον Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Anacamptis > ανά + κάμπτω (από την κάμψη την γυρεομαγματων προς τα πίσω)
pyramidalis > πυραμίς, πυραμίδος = πυραμιδική, επειδή η τααξιανθία έχει σχήμα πυραμίδας.


Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Ornithogalum arabicum

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Ornithogalum arabicum L. 1753, είναι μεσογειακό φυτό με αβέβαιη φυσική κατανομή και με εξάπλωση στην νησιωτική Ελλάδα. Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις πρόκειται είτε για φυτά που έχουν φυτευτεί είτε για φυτά που έχουν δραπετεύσει από καλλιέργεια.
Λαϊκά ονόματα: μαυρομάτα, μαυρομύτα.
Βιότοπος: άκρες περιβολιών, αμπελιών και χωραφιών, ακαλλιέργητα χωράφια, ενίοτε σε ελαιώνες, κοντά σε χωριά και οικισμούς.
Γεώφυτο  με μεγάλο βολβό και όρθιο ανθεκτικό βλαστό.
Φύλλα 5-8, γραμμικά-λογχοειδή, πράσινα, χωρίς λευκή γραμμή στο μέσον.
Άνθη 10-25, λευκά, σε πυκνή ταξιανθία
Ανθίζει Απρίλιο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Ornithogalum > Όρνις (πτηνό,  όρνιθα, κόττα) + γάλα. Αναφέρεται στην φράση «και του πουλιού το γάλα», λόγω του λευκού χρώματος των τεπάλων του.
arabicus, a, um > Arabia = αραβικό.


Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Ophrys iricolor

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Οφρύς η ιριδόχρωμη (Ophrys iricolor, Desfontaines 1807) εξαπλώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο.
Περιγράφτηκε το 1807 από την Σάμο και την περιοχή της Σμύρνης.
Η ονομασία της οφείλεται στο χρώμα του θυρεού της.

Τοπικό όνομα: «ψείρα»
Εξαπλώνεται στη Νότια Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου.
Βιότοπος: ηλιόλουστα εδάφη, πευκοδάση, θάμνοι, φρύγανα.
Άνθος: μεγάλο περίπου στα 2 εκατοστά, σχεδόν οριζόντιο, πορφυρό με ιώδη ιριδίζοντα θυρεό.
Άνθιση: Τέλη Φεβρουαρίου - αρχές Απριλίου.

Ετυμολογία:
Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας.
iricolor > Ίρις + cólor (λατιν.) χρώμα =  ιριδόχρωμη.


Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Origanum calcaratum

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Ορίγανο το πληκτροφόρο (Origanum calcaratum, Juss. 1789) είναι ενδημικό του Νότιου Αιγαίου.
Περιγράφτηκε το 1789 από την Αμοργό και την ορθοπλαγιά της Μονής Χοζοβιώτισσας.
Από τότε έχει βρεθεί σε Κέρο, Αστυπάλαια, Ικαρία, Χάλκη, σε διάφορες νησίδες (Αμοργοπούλα, Οφειδούσα, Ζαφορά) και σε μία θέση στη Σητεία της Κρήτης το 1964.
Στην Αμοργό φύεται σε πολλά μέρη του νησιού: Χοζοβιώτισσα, Κρίκελος, Λαγκάδα, Ποταμός. Επίσης στο νησί της Νικουριάς και στη γειτονική νησίδα Άτιμο. Κι ακόμα στην βραχονησίδα Βιόκαστρο. Έχει συλλεγεί επίσης από τα αμοργιανά νησιά Κέρος και Αμοργοπούλα (Άνυδρος).
Τοπικά ονόματα: κεφαλόχορτο», «δίκταμος της Αμοργού» ή «αμοργιανό τσάι» και συλλέγεται για την παρασκευή φαρμακευτικού ροφήματος.
Παλαιογεωγραφικό είδος, θεωρείται αρχέγονη μορφή του γένους Origanum και ο στενότερος συγγενής του είναι ο δίκταμος της Κρήτης.
Είναι πολυετές αρωματικό και φαρμακευτικό φυτό.
Φυτρώνει σε σχισμές βράχων και κρημνούς, σε υψόμετρα μέχρι 700 μ..
Φύλλα δερματώδη ωοειδή ή σχεδόν στρογγυλά.
Ανθίζει Μάιο - Αύγουστο.

*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (2009).με τον χαρακτηρισμό Τρωτό (VU).

Ετυμολογία
Origanum > όρος + γανώ (λάμπω, χαίρομαι), η χαρά τους βουνού - αναφορά στον φυσικό του βιότοπο. Ορίγανον, ρίγανη.
calcaratum > calcar, calcaris το πλήκτρο, το σπηρούνι του κόκκορα ==> από την απόληξη του άνθους = πληκτροφόρο


Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

Papaver rhoeas

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Papaver rhoeas L 1753, είναι παλαιογεωγραφικό φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: ζιζάνιο αγρών με δημητριακά, ακαλλιέργητα χωράφια, δρόμοι, μπάζα, σε υψόμετρα 0-800 (-1800 στα όρη) μ. 

Τοπικό όνομα: κουτσουνάδα.
Είναι η πιο κοινή παπαρούνα.
Φύλλα πτεροσχιδή, οδοντωτά. Ποδίσκοι έντονα τριχωτοί.
Πέταλα μεγάλα 2-3 εκ., έντονα κόκκινα, συχνά με μαύρη κηλίδα στην βάση. Κωδία κοντή, σχεδόν σφαιρική, λεία, περιτριγυρισμένη από πολλούς στήμονες με ανθήρες μαύρους ή καστανούς.
Ανθίζει μέσα Απριλίου - μέσα Ιουνίου.

Ετυμολογία:
Papaver -eris > μήκων, παπαρούνα.
rhoeas > ροιάς > ροιά (ροδιά) ==> από το έντονα κόκκινο χρώμα των ανθέων = ροιάς

«μήκων ῥοιάς· οἱ δὲ ὀξύγονον, Ῥωμαῖοι παπάβερ ἄλβου‹μ›, Αἰγύπτιοι ναντί».
Διοσκουρίδης


Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Notobasis syriaca

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Notobasis syriaca, (L.) Cass. 1825, είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: παράκτιοι βιότοποι, ελαιώνες, δρόμοι, διαταραγμένα εδάφη, ξηρά λιβάδια, σε υψόμετρα 0-600 (-1000) μ.
Όρθιο, στιβαρό, αγκαθωτό φυτό με βλαστό ισχυρό, παρόμοιο με τα γαϊδουράγκαθα.
Φύλλα με λευκά νεύρα, πτεροσχιδή, με λοβούς αγκαθωτούς, λεία από την άνω πλευρά, χνουδωτά από κάτω.
Κεφάλια σφαιρικά με βράκτια επάλληλα, ακιδόληκτα, περιβαλλόμενα από μεγάλα αγκάθια.
Τα ανθίδια είναι όλα σωληνοειδή ρόδινα.
Άνθιση: Μάρτιος - Ιούνιος

Ετυμολογία:
Notobasis > νότος + βάσις (το στέλεχος του φυτού) = φυτό του νότου, Νοτοβάσις (η)
syriacus, a, um > Siria Συρία = συριακή.


Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

Senecio leucanthemifolius

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Senecio leucanthemifolius, Poir. 1789, είναι μεσογειακό φυτό. Στην Ελλάδα εξαπλώνεται σε Στερεά Ελλάδα, Κρήτη, Κυκλάδες, Ανατολικό και Δυτικό Αιγαίο.
Βιότοπος: αμμώδεις παράκτιοι βιότοποι, φρύγανα, βραχώδεις πλαγιές, πετρώδεις θέσεις, δρόμοι, σε υψόμετρα 0-600 (-1200) μ.
Μονοετές φυτό, σχεδόν λείο ή λίγο  μαλλιαρό.
Βλαστός έως 5-25 εκ. μερικώς διακλαδισμένος.
Φύλλα πτερόλοβα, ελαφρώς σαρκώδη, οδοντωτά.
Κεφάλια χρυσοκίτρινα, με γλωσσοειδή ανθίδια μεγάλα, γύρω στα 13 σε αριθμό
Άνθιση: Μάρτιος - Ιούνιος.


Ετυμολογία:
Senecio > sénex γέρος ==> αναφορά στον σφαιρικό και λευκό πάππο του φυτού - το όνομα αναφέρεται από τον Πλίνιο = Σενέκιο
leucanthemifolius > Leucanthemum + folium φύλλο = με φύλλα σαν του Leucanthemum
Leucanthemum > λευκός + άνθος = λευκάνθεμο.


Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Matthiola sinuata

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Ματθιόλα η κολπωτή [Matthiola sinuata (L.) R. Br. 1812] είναι ευρωμεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Φυτό διετές, όρθιο, με τα φύλλα της βάσης πολλά, πτεροσχιδή, με χείλη στραμμένα προς τα πάνω (κολπωτά, καμπυλωτά), εξ ου και το όνομα. Τα ανώτερα φύλλα γραμμοειδή, κυματοειδή.
Βιότοπος: παραθαλάσσια ενδιατήματα
Άνθη βιολετιά, εύοσμα μέχρι 2,5 εκ. διάμετρο.
Ανθίζει από τον Μάρτιο.

Ετυμολογία:


Matthiola > γένος αφιερωμένο στον Pierandrea Mattioli (Matthiolus  † 1577) Ιταλό γιατρό.
sinuata > sinuo κολπώνω, καμπυλώνω, κυρτώνω = κολπωτή.



Σάββατο, 10 Μαρτίου 2018

Ruta chalepensis

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Ο απήγανος (Ruta chalepensis L. 1767) είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Τοπικό όνομα: απήανος
Πολυετής πόα ή μικρός θάμνος με βλαστούς όρθιους, αποξυλωμένους στη βάση, και φύλλα πτεροσχιδή με ωοειδείς, επιμήκεις λοβούς. Τα κίτρινα άνθη έχουν 4-5 ωοειδή, πολύ χαρακτηριστικά κροσσωτά πέταλα και πλατειά λογχοειδή, στικτά σέπαλα. Το φυτό, που αποπνέει μια βαριά μυρουδιά, χρησιμοποιείται από τα παλιά χρόνια μέχρι σήμερα σαν εμμηναγωγό. Σε βραχώδεις τοποθεσίες, ερείπια, φαράγγια.
Ο απήγανος διατηρεί και σήμερα το αρχαίο του όνομα «πήγανον», που αναφέρει ο Θεόφραστος. Είναι πολυετές φαρμακευτικό φυτό με χαρακτηριστική βαριά μυρωδιά.
Φύεται σε ξηρές, πετρώδεις τοποθεσίες και ερείπια. Έχει πικρή γεύση και σε μεγάλες δόσεις είναι τοξικό.
Στην αρχαιότητα χρησιμοποιούσαν τον απήγανο ως φάρμακο κατά της επιληψίας, της υστερίας και των ψυχικών ασθενειών και ως αντίδοτο για τα δηλητήρια.
Ο Διοσκουρίδης το χρησιμοποιούσε για την αντιμετώπιση αναπνευστικών παθήσεων. Ο Πλίνιος υποστήριζε ότι οι ζωγράφοι έτρωγαν απήγανο με το φαγητό τους, για να βελτιώνουν την όρασή τους. Στην λαϊκή ιατρική χρησιμεύει ως εμμηναγωγό, εκτρωτικό, σπασμολυτικό κα ανθελμινικό. Χρησιμοποιούνται κυρίως τα αποξηραμένα
φύλλα του απήγανου.
Τα συστατικά του είναι αιθέριο έλαιο (που περιέχει μεθυλνονυλκετόνη (90%), λεμονίνη, κινεόλη κ.α.), ρουτίνη, φορανοκουμαρίνες, αλκαλοειδή και τανίνες. Είναι ισχυρό βότανο.
*** Από την αρχαιότητα ο απήγανος θεωρείται ότι καταπολεμά την μαγεία και το κακό μάτι. Και σήμερα η λαϊκή παράδοση πιστεύει ότι διώχνει τα κακά πνεύματα από το σπίτι και υποστηρίζει ότι «κανείς δεν πεθαίνει σε σπίτι που έχει απήγανο». Τον χρησιμοποιεί επίσης σε ξόρκια και στο ξεμάτιασμα.

Ετυμολογία:
Ruta > ρυτή (αρχαίο όνομα για τον απήγανο)
chalepensis > Aleppo, το Χαλέπι πόλη της Συρίας = χαλέπιος.

«πήγανον κηπαῖον· Ῥωμαῖοι ῥοῦτα ὁρτήνσις...
πήγανον ὀρεινόν· οἱ δὲ ῥυτὴν ὀρεινήν, Ῥωμαῖοι ῥοῦτα μοντάνα.»

Διοσκουρίδης


Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Anacamptis papilionacea subsp. aegaea

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Ανακαμπτίς η πεταλουδόμορφη [Anacamptis papilionacea (L. 1759) R. M. Bateman, Pridgeon & M.W.Chase 1997] είναι ευρωπαϊκή και μεσογειακή ορχιδέα. Περιγράφτηκε από την Ιταλία το 1759. Έχει ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Ντελικάτο φυτό με ύψος 10-40 εκατοστά. Φύλλα 3-10, λογχοειδή. Ποικιλόμορφο, με αρκετές ποικιλίες και υποείδη.
Από την περιοχή του Αιγαίου περιγράφτηκε το 2013 το υποείδος Anacamptis papilionacea subsp. aegaea, (P. Delforge) L. Lewis & Kreutz), που έχει πιο εύρωστη και σφαιρική ταξιανθία και μεγαλύτερα άνθη. Το χείλος είναι καρδιοειδές με κυματοειδείς  παρυφές, οι οποίες κάπτονται προς τα πάνω. Το χρώμα του είναι ανοιχτό, με έντονα ροδόχρωμες ή ερυθρές γραμμώσεις και στίγματα.
Βιότοπος: λιβάδια, φρύγανα, θαμνότοποι, ανοιχτά δάση μέχρι τα 1800 μέτρα.
Άνθιση: Φεβρουάριος - Απρίλιος.

Ετυμολογία:
Anacamptis > ανά + κάμπτω (από την κάμψη των γυρεομαγματων προς τα πίσω).
papilionacea > papilio πεταλούδα.
aegaea > Αιγαίο - αιγαιακή, του Αιγαίου.


Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Glaucium flavum

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Glaucium flavum L. 1753, είναι ευρωμεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: αμμώδεις και χαλικώδεις παραλίες και περιστασιακά σε δρόμους, μπάζα και ελαιώνες στο εσωτερικό της χώρας, σε υψόμετρα έως 500 μ.
Μικρός διετής θάμνος με σαρκώδη, γλαυκόχρωμα, παλαμόλοβα φύλλα, τα κατώτερα με κοντό μίσχο, τα ανώτερα επιφυή.
Έχει εντυπωσιακά χρυσοκίτρινα άνθη με 4 αλληλοκαλυπτόμενα πέταλα.
Ο καρπός είναι λεπτή, κυλινδρική κάψα με μήκος έως 20 εκ.
Ανθίζει Απρίλιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Glaucium > γλαύκιον, φυτό που αναφέρει ο Διοσκουρίδης ==> από τα γλαυκά φύλλα του = Γλαύκιο.
flavus, a, um > κίτρινο, ξανθό.


Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

Ferula communis

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Ο νάρθηξ (Ferula communis  L. 1753), είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην κεντρική, νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Τοπική ονομασία: άρτηκας
Βιότοπος: αγροί, ακαλλιέργητα χωράφια, άκρες δρόμων, βραχώδεις θέσεις, σε υψόμετρα 0-900 (-1300) μ.
Ο άρτηκας είναι πολυετές φυτό με μεγάλο, χοντρό, ελαφρύ, βλαστό και φύλλα πτεροσχιδή που μοιάζουν μ’ αυτά του μάραθου.
Τα κίτρινα άνθη είναι σε επάκρια, σφαιρικά σκιάδια που φέρουν μέχρι 40 ακτίνες.
Με τους ξεραμένους βλαστούς του άρτηκα έφτιαχναν παλιότερα αυτοσχέδια έπιπλα.
Το σαρκώδες περιεχόμενο των βλαστών καίγεται αργά και γι αυτό οι αρχαίοι τους χρησιμοποιούσαν σαν πυρσούς. Με έναν τέτοιο πυρσό έφερε, σύμφωνα με το μύθο, ο Προμηθέας τη φωτιά στους ανθρώπους.
Ανθίζει Μάρτιο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Ferula > ferula ελαφρό ραβδί & νάρθηξ το φυτό.
communis = κοινός

«νάρθηξ· Ῥωμαῖοι φέρουλαμ.»
Διοσκουρίδης


Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Silene corinthiaca

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Σιληνή η κορινθιακή (Silene corinthiaca, Boiss. & Heldr. 1888) είναι ενδημικό φυτό εξαπλώνεται στην Πελοπόννησο, Ανατολική Στερεά Ελλάδα, Εύβοια και από τις Κυκλάδες στην Αμοργό.
Στην Αμοργό βρέθηκε το 1898 από τον βοτανικό Γ. Λεωνή.
Βιότοπος: παρυφές δρόμων, ελαιώνες, φρύγανα, ανοίγματα δασών, πετρώδεις θέσεις, σε υψόμετρα 0-600 (-1000) μ.
Πόα με ύψος έως μισό μέτρο, με διακλαδισμένους κολλώδεις βλαστούς.
Άνθη: λευκά έως απαλά ρόδινα, με έντονες πορφυρές νευρώσεις.
Ανθίζει Απρίλιο - Ιούνιο

Ετυμολογία:
Silene > Silenus (λατιν.) > Σειληνός = Σιληνή
corinthiaca > Κόρινθος = κορινθιακή.