Οι φίλοι του μπλοκ

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Origanum onites

Χοζοβιώτισσα 10/04/2010 

Το Origanum onites, L. 1753, είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην κεντρική, νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Είναι φρύγανο με βλαστούς όρθιους και φύλλα χνουδωτά, καρδιοειδή, αντίθετα, σε όλο το μήκος του βλαστού, τα κατώτερα με μικρό μίσχο, τα ανώτερα επιφυή.
Είναι μια από τις μορφές της κοινής ρίγανης που συλλέγεται μαζί με το άλλο, λίγο πολύ παρόμοιο είδος (Origanum vulgare), και χρησιμοποιείται ως άρτυμα στη μαγειρική.
Βιότοπος: πετρώδεις τοποθεσίες και πρανή.
Άνθη λευκά με μεγάλους στήμονες σε πυκνούς κορύμβους.
Ανθίζει από τον Απρίλιο.
Τοπική ονομασία στην Αμοργό: αργανιά
Η ονομασία του γένους προέρχεται από τα ελληνικά όρος+γανώ (λάμπω, χαίρομαι), ενώ αυτή του επιθέτου πιθανόν αναφέρεται στην ομοιότητα των μπουμπουκιών του φυτού με τις καβαλίνες, τα κόπρανα του όνου (=ονίς στα αρχαία ελληνικά).
Η ρίγανη έχει ξεχωριστή θέση στην ζωή των Ελλήνων από την απώτερη αρχαιότητα. Η ίδια η λέξη ρίγανη είναι πανάρχαια και γι’ αυτό σκοτεινής ετυμολογίας. Στην αρχαιότητα το χρησιμοποιούσαν σαν άρτυμα στη μαγειρική, φάρμακο και συστατικό για αρώματα. Ο Ιππποκράτης το συνιστούσε για οφθαλμικές παθήσεις και στα κρυολογήματα.
Χρησιμοποιούνται τα φύλλα, νωπά ή αποξηραμένα. Η ρίγανη θεωρείται ισχυρό μικροβιοκτόνο και αντιοξειδωτικό βότανο. Είναι ευστόμαχη, διουρητική, εμμηναγωγή και αντισπασμωδική.

Ετυμολογία:
Origanum > όρος + γανώ (λάμπω, χαίρομαι), η χαρά τους βουνού - αναφορά στον φυσικό του βιότοπο. Ορίγανον, ρίγανη
onites > όνος > ονίς.


Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Papaver rhoeas

Χώρα 20/04/2005 Chora


Η Papaver rhoeas L 1753, είναι παλαιογεωγραφικό φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: ζιζάνιο αγρών με δημητριακά, ακαλλιέργητα χωράφια, δρόμοι, μπάζα, σε υψόμετρα 0-800 (-1800 στα όρη) μ. 

Τοπικό όνομα: κουτσουνάδα.
Είναι η πιο κοινή παπαρούνα.
Φύλλα πτεροσχιδή, οδοντωτά. Ποδίσκοι έντονα τριχωτοί.
Πέταλα μεγάλα 2-3 εκ., έντονα κόκκινα, συχνά με μαύρη κηλίδα στην βάση. Κωδία κοντή, σχεδόν σφαιρική, λεία, περιτριγυρισμένη από πολλούς στήμονες με ανθήρες μαύρους ή καστανούς.
Ανθίζει μέσα Απριλίου - μέσα Ιουνίου.

Ετυμολογία:
Papaver -eris > μήκων, παπαρούνα.
rhoeas > ροιάς > ροιά (ροδιά) ==> από το έντονα κόκκινο χρώμα των ανθέων = ροιάς

«μήκων ῥοιάς· οἱ δὲ ὀξύγονον, Ῥωμαῖοι παπάβερ ἄλβου‹μ›, Αἰγύπτιοι ναντί».
Διοσκουρίδης


Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Cistus creticus

Χώρα 12/05/2005 Chora

Στην Ελλάδα υπάρχουν 4 είδη κίστου. Ο Κίστος ο κρητικός είναι διεσπαρμένος. Από αυτόν παράγεται το λάδανο, γι' αυτό και το κοινό του όνομα είναι «λαδανιά».


εικόνα Cistus creticus από την Flora Graeca

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Ophrys iricolor

Κατάπολα 31/03/2010

Η Οφρύς η ιριδόχρωμη (Ophrys iricolor, Desfontaines 1807) εξαπλώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο.
Περιγράφτηκε το 1807 από την Σάμο και την περιοχή της Σμύρνης.
Η ονομασία της οφείλεται στο χρώμα του θυρεού της.
Τοπικό όνομα: «ψείρα»
Εξαπλώνεται στη Νότια Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου.
Βιότοπος: ηλιόλουστα εδάφη, πευκοδάση, θάμνοι, φρύγανα.
Άνθος: μεγάλο περίπου στα 2 εκατοστά, σχεδόν οριζόντιο, πορφυρό με ιώδη ιριδίζοντα θυρεό.
Άνθιση: Τέλη Φεβρουαρίου - αρχές Απριλίου.

Ετυμολογία:
Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας.
iricolor > Ίρις + cólor (λατιν.) χρώμα =  ιριδόχρωμη.

Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

Malva arborea (Lavatera arborea)

Κατάπολα 27/03/2007

Η Malva arborea (L.) Webb & Berthel. 1836, είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα. Σε πολλά νησιά και παραλιακές θέσεις είναι αυτοφυής, ενώ στη στεριανή Ελλάδα πολλές φορές καλλιεργείται.
Συνώνυμο: Lavatera arborea L. 1753.

Κοινό όνομα: δεντρομολόχα.
Βιότοπος: βραχώδεις θέσεις, πλαγιές με φρύγανα, στις άκρες δρόμων και αγρών, συνήθως κοντά στην θάλασσα και σε υψόμετρα 0-500 μ.
Διετές γεροδεμένο φυτό, με πυκνό φύλλωμα στην βάση και με βλαστούς όρθιους μέχρι και 3 μέτρα.
Φύλλα με 6-7 αβαθείς λοβούς.
Άνθη ανά 2 έως 7. Πέταλα 15-20 χιλ. ρόδινα ή ροδοκόκκινα με σκουρόχρωμες νευρώσεις.

Ετυμολογία:
Malva > malva (λατιν.). Η μαλάχη των αρχαίων, μολόχα.
cretica > Creta Κρήτη.
Lavatera  > γένος αφιερωμένο στον J.R. Lavater (18ος αιώνας), Ελβετό γιατρό και φυσιοδίφη από τη Ζυρίχη.




Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Οι μάντρες του Ρούσσου

Κατάπολα 04/05/2005 Katapola

Πάνω από τα Κατάπολα και βόρεια από την αρχαία Μινώα είναι οι «μάντρες του Ρούσσου». Πρόκειται για μια θέση που δεσπόζει πάνω από τον κόλπο των Καταπόλων κι έχει θέα σε όλη την εσωτερική θάλασσα των Μικρών Κυκλάδων. Κατοικείται από την Πρωτοκυκλαδική Εποχή, δηλαδή επί 5.000 χρόνια. Ονομάστηκε «μάντρες του Ρούσσου» από την αγροτική - κτηνοτροφική εγκατάσταση ενός κλάδου των Ρούσσων της Αμοργού, με χωράφια, αλώνια, σπίτια και μαντριά για τα κατσίκια.

Τέτοιοι μικροί οικογενειακοί οικισμοί αγροτικού χαρακτήρα υπάρχουν πολλοί στην Αμοργό και ονομάζονται «μινόρια». Οι περισσότεροι κατοικούνται από την προϊστορικοί εποχή. Αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος της Αμοργού.

Σήμερα οι «μάντρες του Ρούσσου» δεν κατοικούνται αλλά τα περισσότερα κτίσματα διατηρούνται. Η περιοχή συνεχίζει να χρησιμοποιείται σαν βοσκότοπος και μαντρί για τα κατσίκια, ενώ αποτελεί βιότοπο της «ιερής ορχιδέας» (Orchis sancta).

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Gladiolus italicus

Κατάπολα 02/05/2005

Ο Gladiolus italicus Miller 1768, είναι ευρασιατικό φυτό, με πλατιά εξάπλωση στην Ελλάδα.Ονομασία στην Αμοργό: τσαλαπετεινός. 
Βιότοπος: καλλιεργημένα και ακαλλιέργητα χωράφια, ελαιώνες, λιβάδια, σε υψόμετρα 0-700 (-1200) μ.
Πολυετές γεώφυτο. Ο ισχυρός βλαστός του που φύεται από βολβό φτάνει τα 80 εκ.
Έχει 3-5 φύλλα, λίγο κοντύτερα από τον βλαστό, με πλάτος μέχρι 2 εκ. Δεν είναι τυχαίο ότι η λατινική και η κοινή ελληνική ονομασία συμπίπτουν από το σχήμα των φύλλων.
Άνθη ρόδινα, μέχρι 10, σε σταχυόμορφη ταξιανθία.
Ανθίζει Μάρτιο - αρχές Ιουνίου.

Ετυμολογία:
Gladiolus > gladius μάχαιρα > gladiolus ξιφίδιο ==> το όνομα χρησιμοποιείται για το φυτό από τον Πλίνιο για το σχήμα των φύλλων.
italicus, a, um > Italia Ιταλία = ιταλικός. 


Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Ruta chalepensis

Κατάπολα 02/04/2007

Ο απήγανος (Ruta chalepensis L. 1767) είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Τοπικό όνομα: απήανος
Πολυετής πόα ή μικρός θάμνος με βλαστούς όρθιους, αποξυλωμένους στη βάση, και φύλλα πτεροσχιδή με ωοειδείς, επιμήκεις λοβούς. Τα κίτρινα άνθη έχουν 4-5 ωοειδή, πολύ χαρακτηριστικά κροσσωτά πέταλα και πλατειά λογχοειδή, στικτά σέπαλα. Το φυτό, που αποπνέει μια βαριά μυρουδιά, χρησιμοποιείται από τα παλιά χρόνια μέχρι σήμερα σαν εμμηναγωγό. Σε βραχώδεις τοποθεσίες, ερείπια, φαράγγια.
Ο απήγανος διατηρεί και σήμερα το αρχαίο του όνομα «πήγανον», που αναφέρει ο Θεόφραστος. Είναι πολυετές φαρμακευτικό φυτό με χαρακτηριστική βαριά μυρωδιά.
Φύεται σε ξηρές, πετρώδεις τοποθεσίες και ερείπια. Έχει πικρή γεύση και σε μεγάλες δόσεις είναι τοξικό.
Στην αρχαιότητα χρησιμοποιούσαν τον απήγανο ως φάρμακο κατά της επιληψίας, της υστερίας και των ψυχικών ασθενειών και ως αντίδοτο για τα δηλητήρια.
Ο Διοσκουρίδης το χρησιμοποιούσε για την αντιμετώπιση αναπνευστικών παθήσεων. Ο Πλίνιος υποστήριζε ότι οι ζωγράφοι έτρωγαν απήγανο με το φαγητό τους, για να βελτιώνουν την όρασή τους. Στην λαϊκή ιατρική χρησιμεύει ως εμμηναγωγό, εκτρωτικό, σπασμολυτικό κα ανθελμινικό. Χρησιμοποιούνται κυρίως τα αποξηραμένα
φύλλα του απήγανου.
Τα συστατικά του είναι αιθέριο έλαιο (που περιέχει μεθυλνονυλκετόνη (90%), λεμονίνη, κινεόλη κ.α.), ρουτίνη, φορανοκουμαρίνες, αλκαλοειδή και τανίνες. Είναι ισχυρό βότανο.
*** Από την αρχαιότητα ο απήγανος θεωρείται ότι καταπολεμά την μαγεία και το κακό μάτι. Και σήμερα η λαϊκή παράδοση πιστεύει ότι διώχνει τα κακά πνεύματα από το σπίτι και υποστηρίζει ότι «κανείς δεν πεθαίνει σε σπίτι που έχει απήγανο». Τον χρησιμοποιεί επίσης σε ξόρκια και στο ξεμάτιασμα.

Ετυμολογία:
Ruta > ρυτή (αρχαίο όνομα για τον απήγανο)
chalepensis > Aleppo, το Χαλέπι πόλη της Συρίας = χαλέπιος.

«πήγανον κηπαῖον· Ῥωμαῖοι ῥοῦτα ὁρτήνσις...
πήγανον ὀρεινόν· οἱ δὲ ῥυτὴν ὀρεινήν, Ῥωμαῖοι ῥοῦτα μοντάνα.»

Διοσκουρίδης



Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

Juniperus phoenicea

Καλοταρίτισσα 14/11/2009

Η Φοινική Άρκευθος ή αγριοκυπάρισσο ή φείδα (Juniperus phoenicea L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα, με εξαίρεση την βόρεια χώρα.
Τοπικό όνομα στην Αμοργό: φείδα (φίδα).
Βιότοπος: βραχώδεις και αμμώδεις, κυρίως παράκτιοι. ασβεστολιθικοί βιότοποι, σε υψόμετρα 0-600 μ.
Η φείδα έχει κορμό που διακλαδίζεται από τη βάση.
Φύλλα συνήθως λεπιοειδή.
Οι καρποί του είναι σφαιρικοί, πράσινοι και κατά την ωρίμανση καφεκόκκινοι.
Κατά μία τελευταία επιστημονική αναθεώρηση (Adams & al., 2013) η φείδα ανήκει στο είδος Juniperus turbinata Guss που εξαπλώνεται μέχρι την ΝΔ Ασία. Το είδος Juniperus phoenicea περιορίζεται σε Γαλλία και Ισπανία.
Είναι πολύ ανθεκτικό φυτό στο ξηροθερμικό περιβάλλον των Κυκλάδων.
Στην Αμοργό υπάρχει παντού, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τις κορυφές των βουνών, σε θαμνώδη και δενδρώδη μορφή. Για να εξελιχθεί σε δέντρο η φείδα χρειάζεται κλάδεμα (για ξύλευση ή από τα κατσίκια) και διάρκεια πολλών εκατοντάδων ετών.
Στο ψηλότερο βουνό της Αμοργού, στον Κρίκελο της Αιγιάλης, υπήρχε πολύ αρχαίο και πυκνό δάσος με φείδες και πουρνάρια αλλά το κατάστρεψε μια φωτιά που ξέσπασε το 1835 και κράτησε πολλές εβδομάδες. Σήμερα διασώζονται μερικές πανάρχαιες φείδες στον Κρίκελο σε πολύ απόκρημνα μέρη, που δεν τα έφτασε η μεγάλη φωτιά του 1835. Ίσως να είναι από τα αρχαιότερα δέντρα στο Αιγαίο.

Ετυμολογία:
Juniperus > junix δάμαλις (νεαρή αγελάδα που δεν έχει γεννήσεις) + pario γεννώ ==> για υποτιθέμενες ιδιότητες που ευνοούν τον τοκετό = Γιουνίπερος.
phoeníceus, a, um > φοινικιούς (σκουροκόκκινο χρώμα, όπως οι καρπόί του φοίνικα) ==> από το χρώμα των ώριμων καρπών της φείδας.a.

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Μπουκέτο των βράχων

Χοζοβιώτισσα 04/04/2010

Ένα μέρος του φυσικού βραχόκηπου στο μοναστήρι της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας δείχνει αυτό το μπουκέτο σε μια εσοχή του βράχου, με τα ενδημικά Origanum calcaratum (αμοργιανό δίκταμο), Scorzonera eximia και Sedum sp.