Οι φίλοι του μπλοκ

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2007

Antirrhinum majus subsp. majus / Αντίρρινο (σκυλάκι)

Βρούτση (Κάτω Μεριά), 04/04/2007

Το αντίρρινο είναι φυτό των μεσογειακών χωρών, που περιλαμβάνει 42 είδη. Το πιο διαδεδομένο είναι το Αντίρρινο το μέγα (Antirrhinum majus). Στην Αμοργό ανθοφορεί από νωρίς την άνοιξη μέχρι τις πρώτες παγωνιές του φθινόπωρου, που στο νησί έρχονται πολύ αργά. Καλλιεργείται ως καλλωπιστικό, με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί πολλές ποικιλίες. Είναι τα γνωστά «σκυλάκια» ή «λυκόστομα». Το Αντίρρινο το μέγα, καλλιεργούμενο ή αυτοφυές, φυτρώνει σε βράχια, ερείπια και τοίχους σπιτιών. Σε διάφορα χρώματα, εκτός από το λευκό, το συναντούμε μέσα σε όλους τους οικισμούς του νησιού...

.

.

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2007

Colchicum variegatum - Κολχικό το ποικίλο

Χώρα Αμοργού, 27/09/2007


Χώρα Αμοργού, 10/10/2006

Το Colchicum variegatum L. 1753, είναι φυτό των Κυκλάδων, των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και της Δ-ΝΔ Μικράς Ασίας.
Τα πρώτα αγριολούλουδα που ανθίζουν στην Αμοργό το φθινόπωρο, από τα τέλη Σεπτεμβρίου στα ορεινά, είναι τα κολχικά, που αποδίδουν όμορφα ρόδινα κρινάκια. Πρόκειται για βολβόριζα φυτά, που μοιάζουν με τους κρόκους αλλά δεν έχουν καμία σχέση μ' αυτούς.Είναι δηλητηριώδη σε όλα τα μέρη του φυτού, με την κολχικίνη να αποτελεί ένα δραστικό δηλητήριο. Σϋμφωνα με την μυθολογία, με ένα τέτοιο δηλητήριο η Μήδεια σκότωσε τα παιδιά της στην Κολχίδα και γι' αυτό τα φυτά αυτά ονομάστηκαν κολχικά, τα οποία στην Ελλάδα εμφανίζονται με πάνω από 20 είδη.
Το Colchicum variegatum είναι από τα ωραιότερα κολχικά με μεγάλα κομψά άνθη, διακοσμημένα με ρόδινους ρόμβους που δίνουν την εικόνα ενός ψηφιδωτού-μωσαϊκού. Μοιάζει πολύ με το Colchicum macrophyllum, που προτιμά όμως γόνιμα και σκιερά εδάφη σε Κρήτη και Δωδεκάνησα. Τα φύλλα και των δύο ειδών βγαίνουν μετά την άνθιση, την άνοιξη. Το Colchicum variegatumum είναι ο πρόγονος του καλλιεργούμενου Colchicum agrippinum.
Το Colchicum variegatum έχει βολβό διαμέτρου 3-5 εκ., ωοειδή με εξωτερικούς χιτώνες μαύρους ή σκούρους καφέ. Άνθη 1-3, με εύκαμπτο σωλήνα και με φωτεινό ιώδες-πορφυρό χρώμα και εμφανή ψηφιδοποίης.
Βιότοπος: φρύγανα, βραχώδεις και πετρώδεις πλαγιές σε υψόμετρα 0-1200 μ.
Άνθιση: Σεπτέμβριος - Νοέμβριος.

Ετυμολογία:
Colchicum > Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
variegatum > vario (ποικίλω) = ποικίλο, διάστικτο. 
 
Εκτός από τις φωτογραφίες, μπορείτε να δείτε ένα βίντεο με Colchicum variegatum πατώντας εδώ


Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2007

Euphorbia dendroides Ευφορβία η δενδροειδής


Ασφοντυλίτης 05/09/2005

Οι ευφορβίες (γαλατσίδες) αποτελούν ένα τυπικό είδος των θαμνότοπων και των φρυγανότοπων της Αμοργού και γενικά των νησιών του Αιγαίου. Ο χυμός τους είναι άσπρος σαν γάλα και δηλητηριώδης, γεγονός που εξηγεί αφ' ενός το όνομά τους και αφ' ετέρου τον μεγάλο πληθυσμό τους, αφού δεν μπορούν να τις φάνε τα κατσίκια.
Οι γαλαστοιβές (Euphorbia dendroides) δίνουν και τα πρώτα σημάδια του επερχόμενου φθινόπωρου στην Αμοργό. Οι δύο φωτογραφίες έχουν ληφθεί στις 5 Σεπτεμβρίου 2005 στον Ασφοντυλίτη, έναν παλιό κτηνοτροφικό οικισμό που βρίσκεται σε ύψος περίπου 400 μέτρων από την θάλασσα. Στην πάνω φωτογραφία φαίνεται η εικόνα μιας γαλαστοιβής το καλοκαίρι. Τα φύλλα της έχουν πέσει και η εικόνα της αποτελεί μια συμπαγή αδιαπέραστη μάζα από πολύ σκληρούς και αποξηραμένους βλαστούς.
Πλησιάζοντας πολύ κοντά την συμπαγή δενδροειδή Ευφορβία διαπιστώνουμε ότι έχει αρχίσει να πετάει τα νέα βλαστάρια της, χωρίς να περιμένει να βρέξει. Το φυτό παίρνει τα μηνύματα της φύσης (πέφτει η μέση θερμοκρασία, μικραίνει η μέρα και άρα η δύναμη τους φωτός, κλπ) και εκμεταλλευόμενο τα πλούσια μεγέθη της νυχτερινής υγρασίας που προσφέρει η θάλασσα και η αλλαγή του καιρού (σταματούν τα μελτέμια) αρχίζει έναν νέο κύκλο στην ζωή του, εμφανίζοντας τα νέα βλαστάρια του (φωτογραφία κάτω).
Ετυμολογία:
Euphorbia < ευ (καλώς) + φέρβω (τρέφω, βοσκω) και φορβή (τροφή, βοσκή) [2] Σύμφωνα με τον Πλίνιο, από το γιατρό Εύφορβο που ανακάλυψε τις θεραπευτικές ιδιότητες του φυτού. [3] Σύμφωνα με τον Treccani από το λατινικό euphorbium, που προέρχεται από το ελληνικό «ευφόρβιον».
dendroides < δένδρο + είδος ==> με την μορφή δένδρου = δενδροειδής.

Ασφοντυλίτης 05/09/2005

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2007

Ranunculus creticus

Χώρα, 30/03/2007

O Ranunculus creticus L. 1853, είναι ενδημικός του Νότιου Αιγαίου: Κρήτη, Κυκλάδες, Δωδεκάνησα, Δ/ΝΔ Μικρά Ασία (Μαρμαρίδα), ενώ πρόσφατα αναφέρθηκε και από την Κύπρο.
Στα νησιά μας φύεται στην Αμοργό και την Κέρο.
Προστατεύεται από τον Ελληνικό Νόµο (Προεδρικό διάταγµα 67/81) και συµπεριλαµβάνεται στον Κόκκινο Κατάλογο της IUCN ως απειλούµενο.
Βιότοπος: εποχικά υγρές θέσεις, βραχώδεις περιοχές, χαράδρες, σκιερά πρανή, γενικά σε ασβεστόλιθο, σε υψόμετρα 0-1300 m.
Πολυετές φυτό, ριζωματώδες, με ένα σύμπλεγμα κωνικών κονδύλων.
Βλαστός, ύψους 29-60 εκ., άκαμπτος, όρθιος, τριχωτός.
Φύλλα μεγάλα, μέχρι 12 εκ., νεφροειδή με λοβούς οδοντωτούς.
Άνθη χρυσοκίτρινα με διάμετρο έως 3 εκ.
Ανθίζει Μάρτιο - Απρίλιο.

Ετυμολογία:
Ranunculus > rana βάτραχος. Ο Πλίνιος γράφει ότι «ονομάζουμε ranunculus το βότανο που οι Έλληνες ονομάζουν βατράχιο» = βατράχιο, επειδή ορισμένα είδη αυτού του γένους ευδοκιμούν σε υδάτινο περιβάλλον.
creticus, a, um > Creta Κρήτη.


Πέμπτη 16 Αυγούστου 2007

Pinus pinea / Κουκουναριά


Ψηλά στην περιοχή των Λευκών, που είναι πιο κοντά στα Κατάπολα αλλά ανήκει στην περιφέρεια Χώρας, μέσα στο ασημοπράσινο τοπίο που συνθέτουν οι ελιές και οι σχίνοι ξεχωρίζουν μερικά ψηλά δέντρα με το πράσινο χρώμα τους. Είναι κουκουναριές (Pinus pinea) ένα δέντρο που δεν ανήκει στην χλωρίδα της Αμοργού αλλά είναι φερτό.


Τις κουκουναριές τις έφεραν και τις φύτεψαν πριν αρκετές δεκαετίες Αμοργιανοί που αγαπούσαν το πράσινο, όπως εκείνοι που ίδρυσαν την Φιλοδασική Ένωση Αμοργού. Η κουκουναριά είναι ένα είδος πεύκου αρκετά ευαίσθητο, που το συναντάμε στην παραλιακή ζώνη, σε υγρότοπους όπως της Σκιάθου, του Σχοινιά (Αττική) και της Στροφυλιάς (Ηλεία). Για την Αμοργό, η αξία της παρουσίας της συνίσταται στο ότι τα φερτά δέντρα έχουν ευδοκιμήσει ψηλά στο βουνό σε αρκετή απόσταση από την θάλασσα και πάντως σε εδάφη που έχουν υπόγεια νερά, όπως συμβαίνει στις Λεύκες.


Η κουκουναριά σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ, θεωρείται ως είδος προτεραιότητας για προστασία, καθώς οι φυτοκοινωνίες που σχηματίζει (δάση κουκουναριάς) είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τη διατήρηση της μεσογειακής βιοποικιλότητας.


Τετάρτη 8 Αυγούστου 2007

Medicago arborea / Μηδική η δενδρώδης


Χώρα 25/03/2007 Καστελόπετρα

Η μηδική είναι γενικά το κοινό τριφύλλι. Υποτίθεται ότι ήρθε στην Ελλάδα από του Μήδους, κατά την διάρκεια των Μηδικών Πολέμων τον 5ο π.Χ. αιώνα, γι΄αυτό και ονομάστηκε "μηδική". Τα περισσότερα φυτά του είδους είναι πόες. Η δενδρώδης μηδική μπορεί να ξεπεράσει σε ύψος τα 4 μέτρα, παίρνοντας την μορφή υψηλού και πυκνού θάμνου.

Έχει φύλλα με τρία φυλλάρια. Άνθη πορτοκαλοκίτρινα σε δέσμες. Ευδοκιμεί σε ξηρές και πετρώδεις τοποθεσίες από τον Φερβουάριο μέχρι τις αρχές Αυγούστου. Είναι άριστο κτηνοτροφικό και μελισσοτροφικό φυτό. Συναντάται στη νότια Ελλάδα: Αττική, Πελοπόννησο, Αιγαίο και Κρήτη.

Χώρα 25/03/2007 Καστελόπετρα

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2007

Ornithogalum narbonense

Αρκεσίνη - Κάτω Μεριά, 23/04/2005

Το Ornithogalum narbonense L. 1756, είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: ξηρά λιβάδια, διάκενα δασών, αναβαθμίδες, διαταραγμένα ενδαιτήματα, σε υψόμετρα 0-1200 (1500) μ.
Γεώφυτο  με μεγάλο ωοειδή βολβό.
Φύλλα πολλά, γραμμικά. παρόντα κατά την άνθιση.
Βλαστός όρθιος, μοναχικός, ύψους 40-100 εκ.
Ανθοταξία χαλαρή με 30-50 άνθη.
Άνθη γαλακτώδη-λευκά με μια πράσινη λωρίδα στην κάτω επιφάνεια,
Ανθίζει τέλη Μαρτίου - αρχές Ιουνίου.

Ετυμολογία:
Ornithogalum > Όρνις (πτηνό,  όρνιθα, κόττα) + γάλα. Αναφέρεται στην φράση «και του πουλιού το γάλα», λόγω του λευκού χρώματος των τεπάλων του.
narbonensis, e > Narbonne, πόλη της Νότιας Γαλλίας στην περιοχή Languedoc.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2007

Anacamptis sancta / Ορχιδέα η ιερή

Κατάπολα 04/05/2005


Η Anacamptis sancta [(L. 1759) R. M. Bateman, Pridgeon & M.W.Chase 1997]) εξαπλώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο από την Παλαιστίνη, το Ισραήλ, τον Λίβανο, την Συρία, την Τουρκία μέχρι την Κύπρο, την Κρήτη και το Αιγαίο. Περιγράφτηκε το 1759 από την Χάϊφα και ονομάστηκε «ιερή», γιατί στην περιοχή βρίσκονται οι Άγιοι Τόποι του χριστιανισμού.
Στην Ελλάδα είναι σχετικά σπάνια στην Κρήτη και την Κάρπαθο, σχηματίζει μεγάλους πληθυσμούς στην Ρόδο, την Αμοργό και άλλα νησιά και γενικά είναι συχνή σε νησιά των Κυκλάδων, της Δωδεκανήσου και στα μεγάλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου Ικαρία, Σάμο, Χίο και Λέσβο.
Η Anacamptis sancta (συνώνυμο: Orchis sancta) έχει στενή συγγένεια με την Orchis fragrans αλλά τα άνθη της είναι πολύ μεγαλύτερα, άστικτα, ρόδινα μέχρι λευκά. Το χείλος είναι τρίλοβο και οδοντωτό στις άκρες. Τα φύλλα στην εποχή της άνθησης έχουν ξεραθεί. Υβριδίζεται συχνά με τη συγενική της Anacamptis fragrans και μάλιστα έχει αποδώσει ένα υβρίδιο με σταθερά χαρακτηρηστικά, το Anacamptis x kallithea E. Klein.
Βιότοπος: ξηρά λιβάδια, φρύγανα, ανοικτό περιβάλλον, θαμνότοπους, υποβαθμισμένα ή υπερβοσκημένα εδάφη, σε υψόμετρα μέχρι 800 m.
Ανθίζει όψιμα από τα τέλη Απριλίου και μετά.

Ετυμολογία:
Anacamptis > ανά + κάμπτω (από την κάμψη των γυρεομαγματων προς τα πίσω).
sancta = ιερή.

Κυριακή 22 Ιουλίου 2007

Crithmum maritimum Κρίταμο

Παραλία Αγίου Παντελεήμονα - Κατάπολα
02/09/2006


Το Crithmum maritimum, L. 1753, είναι μεσογειακό φυτό, ευρύτατα διαδεδομένο στην παραλιακή Ελλάδα.
Τοπική ονομασία: κρίταμο.
Βιότοπος: βράχια, τοίχοι και αμμουδιές, πάντα κοντά στη θάλασσα.
Eίναι πολυετές φυτό με βλαστούς διακλαδισμένους.
Τα σαρκώδη φύλλα του είναι επιμήκη και έχουν χαρακτηριστικό γλαυκό χρώμα.
Τα άνθη, που είναι λευκά σε πυκνό σκιάδιο, παρουσιάζονται το φθινόπωρο.

Από νωρίς οι αρχαίοι Έλληνες ξεχώρισαν αυτό το γλαυκό φυτό με τα λογχοειδή σαρκώδη φύλλα. Το ονόμασαν Κρήθμον γιατί οι σπόροι του μοιάζουν πολύ μ’ αυτούς του κριθαριού.
Το κρίταμο είναι πλούσιο σε μεταλλικά άλατα και βιταμίνη C και χρησιμοποιείται από τα παλιά χρονια ως σήμερα σαν διουρητικό. Η γειτνίαση του φυτού με τη θάλασσα του προσδίδει μια μάλλον έντονη αλμυρή γεύση, χαρακτηριστικό που του έδωσε το προσωνύμιο «αλμύρα».
Σε πολλές παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας συλλέγονται από τον Μάιο ως τον Ιούλιο τα σαρκώδη φύλλα και οι τρυφεροί βλαστοί του φυτού για τη δημιουργία ενός νόστιμου τουρσιού που συνοδεύει ευχάριστα θαλασσινούς μεζέδες, ούζο και τσίπουρο.
Η παλιότερη αναφορά για τη χρήση αυτή του κρίταμου είναι από τον Διοσκουρίδη, ο οποίος, πέρα από τις εμμηναγωγές και διουρητικές ιδιότητες του φυτού, αναφέρει πως «λαχανεύεται εφθόν τε και ωμόν εσθιόμενον, και ταριχεύεται δε εν άλμη» δηλαδή μπορεί να φαγωθεί βραστό ή ωμό καθώς επίσης και να παστωθεί στην άλμη.
Κατά τη συλλογή των φύλλων χρειάζεται προσοχή ώστε να μη ξεριζώνεται ολόκληρο το φυτό.

Ετυμολογία
Crithmum > κρήθμον > κριθή ==> για την ομοιότητα των σπερμάτων με αυτά της Κριθής (κριθαρού).
maritimum > mare = παραθαλάσσιο.

«κρῆθμον θαμνῶδές ἐστι βοτάνιον, ἀμφιλαφές, περὶ πῆχυν τὸ ὕψος, φυόμενον ἐν πετρώδεσι καὶ παραθαλασσίοις τόποις, φύλλοις περίπλεον λιπαροῖς καὶ ὑπολεύκοις...»
Διοσκουρίδης
.

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2007

Scolymus hispanicus / Σκόλυμος ο ισπανικός (ασκόλυμπρας)

Αρχαία Μινώα - 12/04/2007 Κατάπολα

Ο Scolymus hispanicus L. subsp. hispanicus είναι ευρωμεσογειακό φυτό με μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα.
Αμοργιανό όνομα: ασκόλυμπρας.
Βιότοπος: χέρσες τοποθεσίες, από την θάλασσα μέχρι την ημιορεινή ζώνη. 
Μονοετής πόα με διακλαδωμένους, πτερυγωτούς βλαστούς, πολύ αγκαθωτούς. 
Φύλλα πτερόλοβα με λοβούς αγκαθωτούς και λευκές νευρώσεις. Κεφάλια μασχαλιαία με αγκαθωτά βράκτια και ανθίδια γλωσσοειδή, κίτρινα. 
Ανθίζει από τον Μάϊο μέχρι τον Σεπτέμβριο.
Ετυμολογία:
Scolymus < σκόλυμος (φυτό που αναφέρουν ο Θεόφραστος και ο Αρίσταρχος).
hispanicus < Ισπανία

Ο ασκόλυμπρος φυτρώνει τον χειμώνα και από τον Ιανουάριο οι ρίζες (και οι τρυφεροί βλαστοί) του είναι βρώσιμες. Ο Διοσκουρίδης αναφέρει ότι ο σκόλυμος είναι «πόα αρτιφυής ούσα λαχανεύεται ώσπερ ασπάραγος». Οι ρίζες του γίνονται βραστές και πηγαίνουν πολύ καλά με το ριζότο. Οι αρχαίοι υποστήριζαν (Διοσκουρίδης, Πλίνιος) ότι η ρίζα του σκόλυμου έχει αποσμητικές ιδιότητες.
Στην ξέρη του βάση τού προηγούμενου χρόνου βγαίνει βρώσιμο μανιτάρι που στην Αμοργό λέγεται «ασκολυμπρίτης».