Οι φίλοι του μπλοκ

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2018

Ptilostemon chamaepeuce

φαράγγι τ' Αρακλού  01-04-2010  Λαγκάδα

Ο Πτιλοστήμων η χαμεπεύκη [Ptilostemon chamaepeuce (L.) Less. 1832] είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Μικρός χνουδωτός θάμνος με βελοειδή φύλλα, παρόμοια με του πεύκου.
Βιότοπος: Πετρώδεις πλαγιές, σχισμές βράχων, κρημνοί.
Κεφάλια ωοειδή, με φολιδοειδή χνουδωτά βράκτια, οξύληκτα.
Ανθίδια σωληνοειδή, ρόδινα και πιο σπάνια λευκά.
Ανθίζει από τον Απρίλιο.

Ετυμολογία:
Ptilostemon > πτίλον (φτερό πούπουλο) + στήμων = Πτιλοστήμων.
chamaepeuce > χαμαί + πεύκη - επειδή τα φύλλα του μοιάζουν με του πεύκου = χαμαιπεύκη.




Τρίτη 10 Ιουλίου 2018

Ranunculus sprunerianus

10-04-2011

Ο Ranunculus sprunerianus, Boiss. 1843, είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Πολυετές, τριχωτό ή χνουδωτό, πολύκλαδο φυτό, 40-80 εκ, με κυλινδρικές κονδυλώδεις ρίζες
φύλλα βάσης δικοειδή-καρδιοειδή, τρίλοβα ή πεντάλοβα, με λοβούς λίγο πριονωτούς.
Βιότοπος: εποχικά υγρές τοποθεσίες, βραχώδεις θέσεις σε μακία και γκαρίγκ (garigue) βλάστηση, δολίνες σε κωνοφόρα δάση, σε υψόμετρα 0-1300 (-1900) μ.
Άνθη πολυάριθμα, κίτρινα.
Άνθιση Απρίλιο - Μάιο

Ετυμολογία:
Ranunculus > rana βάτραχος. Ο Πλίνιος γράφει ότι «ονομάζουμε ranunculus το βότανο που οι Έλληνες ονομάζουν βατράχιο» = βατράχιο, επειδή ορισμένα είδη αυτού του γένους ευδοκιμούν σε υδάτινο περιβάλλον.
sprunerianus > αφιερωμένος στον Βαυαρό βοτανικό Wilhelm von Spuner (1805-1874).

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2018

Ruscus aculeatus

12-04-2011

Ο Ruscus aculeatus L. 1753, είναι ευρωμεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: μακκία βλάστηση, υπόροφος δασών, σε υψόμετρα 0-900 (1300) μ.
Κοινό όνομα: λαγομηλιά.
Όμορφος αειθαλής διακοσμητικός θάμνος.
Φαίνεται να βγάζει καρπούς από τα φύλλα. Στην πραγματικότητα αυτά που μοιάζουν με φύλλα δεν είναι παρά φυλλόμορφα δερματώδη κλαδιά (φυλλοκλάδια, κλαδώδια) ακιδωτά στην κορυφή (εξ ού και aculeatus).
Τα άνθη είναι επιφυή και εμφανίζονται πάνω στα φυλλοκλάδια τη άνοιξη, για να να ακολουθήσουν το καλοκαίρι οι κερασόμορφοι καρποί.
Ανθίζει Μάρτιο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Ruscus > ruscum/ruscus, φυτό που αναφέρουν ο Πλίνιος και ο Βιργίλιος.
aculeatus > acúleus αγκάθι, ακίδα, κεντρί = ακιδωτός.

Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

Satureja thymbra θρούμπη

Χοζοβιώτισσα 05/04/2007

Η θρούμπη (Satureja thymbra L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην χώρα μας, εκτός από την Πίνδο και την ΒΔ Μακεδονία.
Η θρούμπη διατηρεί το αρχαίο της όνομα «θύμβρα», όπως μας το παραδίδει ο Θεόφραστος σε πολλά χωρία του έργου του. Το όνομα «θύμβρα» είναι άγνωστης ετυμολογίας, γεγονός που δείχνει την πανάρχαια χρήση του.
Τοπικό όνομα στην Αμοργό: θρύμπη.
Οι αρχαίοι Έλληνες το χρησιμοποιούσαν ως ισχυρό αφροδισιακό βότανο και το έβαζαν σε κρασί. Στην ελληνική λαϊκή ιατρική χρησιμοποιείται για την αντιμικροβιακή του δράση κατά της διάρροιας, των οδοντικών αποστημάτων, των πληγών του στόματος και των εντερικών παράσιτων.
Κυρίως όμως αποτελεί εκλεκτό άρτυμα, που αρωματίζει και νοστιμίζει κρέατα και πουλερικά. Χρησιμοποιείται επίσης σε μαρινάδες για μπριζόλες και ψάρια, σε σούπες και σάλτσες. Όπως και άλλα αρωματικά φυτά της ελληνικής φύσης, η θρούμπη χρησιμοποιείται από τις παραδοσιακές τεχνικές ως φυσικό συντηρητικό τροφίμων. Το αιθέριο έλαιο είναι περιζήτητο από την ποτοποιία.
Η Satureja thymbra είναι μικρό, πολύκλαδο, αραιά καλυμμένο με λευκές τρίχες φρύγανο, με άρωμα παρόμοιο με του θυμαριού. Φυτό πολύ αρωματικό.
Φύεται σε ξηρές πετρώδεις τοποθεσίες και φρύγανα, σε υψόμετρα 0-950 (-1900) μ..
Φύλλα αντωοειδή, μυτερά με βλεφαρίδες κοντά στην βάση.
Άνθη ρόδινα σε σπονδύλους με κάλυκες οξύληκτους και τριχωτούς.
Ανθίζει Απρίλιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Satureja > αβέβαιης ετυμολογίας. Το πιθανότερο από saturejum σάλτσα με μείγμα διαφόρων συστατικών. Άλλες εκδοχές: [1] séro satum σπόρος. [2] σᾱτῠρος [3[ s'átar αραβική λέξη για διάφορα φυτά.
thymbra >  > θύμβρα (φυτό που αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη = θύμβρα, θυμάρι.


«θύμβρα· καὶ αὐτὴ γνώριμος, γεννωμένη ἐν λεπτογείοις καὶ τραχέσι τόποις, ὁμοία θύμῳ, ἐλάσσων μέντοι καὶ ἁπαλωτέρα, φέρουσα στάχυν ἄνθους μεστόν, ἔγχλωρον.    δύναται δὲ τὰ αὐτὰ τῷ θύμῳ ὁμοίως λαμβανομένη καὶ πρὸς τὴν ἐν ὑγιείᾳ χρῆσιν εὔθετος. γίνεται δὲ καὶ σπαρτὴ θύμβρα, κατὰ πάντα τῆς ἀγρίας ἐλάσσων, εὐχρηστοτέρα δὲ πρὸς βρῶσιν διὰ τὸ μὴ ἐπιτετάσθαι τὴν δριμύτητα.»
Διοσκουρίδης

Χοζοβιώτισσα 05/04/2007

Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

Scandix pecten-veneris

08-03-2013

Ο Σκάνδιξ «καθρέφτης της Αφροδίτης» (Scandix pecten-veneris L. 1753) είναι ευρασιατικό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Λαϊκά ονόματα ανάλογα την περιοχή: μυρώνι, σκαντζίκι, τσιλιμονιδιά.
Μικρό φυτό με φύλλα πτεροσχιδή, με λοβούς στενούς. Σέπαλα  απουασιάζοντα. Πέταλα λευκά, πολύ μεγαλύτερα στην έξω πλευρά των ακραίων ανθέων.
Φύεται σε ξηρά λιβάδια, θέσεις με ανθρωπογενή επιβάρυνση, άκρες δρόμων
Άνθιση από τον Φεβρουάριο.

Ετυμολογία:
Scandix > σκάνδιξ, φυτό που αναφέρει ο Διοσκουρίδης.
pecten-veneris > pecten (λατιν) καθρέφτης + Venus (γενική Veneris) Αφροδίτη = καθρέφτης της Αφροδίτης.

«σκάνδιξ· καὶ τοῦτο ἄγριόν ἐστι λάχανον, ὑπόδριμυ καὶ ἔμπικρον, ἐδώδιμον, ἑφθόν τε καὶ ὠμὸν ἐσθιόμενον εὐκοίλιον καὶ εὐστόμαχον, οὐρητικόν. τὸ δὲ ἀφέψημα αὐτοῦ κύστει χρήσιμον καὶ νεφροῖς καὶ ἥπατι πινόμενον.»

Διοσκουρίδης

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

Scrophularia lucida

10-04-2011

Η Scrophularia lucida L. 1759, είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: βραχώδεις θέσεις, πετρώδεις πλαγιές, ασβεστολιθικά οροπέδια, φρύγανα, σε υψόμετρα 0-900 μ.
Πολυετές, λείο φυτό με βλαστό ισχυρό, κοκκινωπό, διακλαδισμένο.
Φύλλα αντίθετα, πτεροσχιδή με λοβούς στενούς, οδοντωτούς.
Άνθη πρασινοκόκκινα σε επιμήκη άφυλλη ταξιανθία. Είναι χαρακτηριστικά τα δύο πεταλουδόμορφα πέταλα και τα ημικυκλικά σέπαλα που έχουν λευκά μεμβρανώδη χείλη
Ανθίζει Απρίλιο - Ιούλιο.

Ετυμολογία:
Scrophularia > scrofa γουρούνα > scróphula ==> επειδή πίστευαν ότι ορισμένα είδη του γένους θεράπευαν τις χοιράδες (εξόγκωση των αδένων του λαιμού)
lucidus, a, um =  φωτεινή, λαμπερή.


Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018

Sedum amplexicaule subsp. tenuifolium

28-05-2013

Το Sedum amplexicaule subsp. tenuifolium [(Sm.) Greuter  1981] είναι μεσογειακό φυτό με μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: βραχώδη πρανή,, διάκενα δασών, φρύγανα σε υψομετρα (0-) 400-1600 (-2100) μ.
Πολυετές φυτό με λεπτούς βλαστούς ανθοφόρυς και μη, με φύλλα μικρά, κυλινδρικά, αυτά των γόνιμων βλαστών περίβλαστα.
Άνθη έως 1,5 εκ. με κεφάλια στην κορυφή των βλαστών. Πέταλα 5-10 κίτρινα.
Ανθίζει Μάιο - Ιούλιο

Ετυμολογία:
Sedum > sédo (λατιν.) ανακουφίσω, καταπραΰνω, ηρεμώ - επειδή τα φύλλα κάποιων ειδών υποστυρίζεται ότι αμβλύνουν τον πόνο των τραυμάτων = Σέδον
amplexicaule > amplector παρεβάλλω, αγκαλιάζω + caulis ( > καυλός) ==> αναφορά στα φύλλα που περιβάλλουν τον βλαστό = περίβλαστο
tenuifolium > tenuis λεπτό + folium φύλλο = λεπτόφυλλο.


Τετάρτη 4 Ιουλίου 2018

Sonchus oleraceus ζοχός


Ο Sonchus oleraceus, L. 1753, είναι ευρωμεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Ο ζοχός (Sonchus oleraceus) τρώγεται από τόσο παλιά στην Ελλάδα, ώστε το όνομα του είναι αδύνατο να ετυμολογηθεί. Ο Θεόφραστος τον αναφέρει «σόγκο», o Διοσκουρόδης «σόγχο» και οι βυζαντινοί τον έλεγαν «σόνχο». Σήμερα, η κοινή του ονομασία είναι ζοχός. Στη Κρήτη λέγεται «τσόχος» και σε ορισμένες περιοχές «γαλατσίδα» από τον γαλακτώδη χυμό υγρό που τον διατρέχει. Ο γαλακτώδης χυμός και τα φύλλα που γυρίζουν προς τα μέσα θεωρούνται από την αρχαιότητα ως αναγνωριστικά στοιχεία των φαρμακευτικών αλλά ταυτόχρονα και βρώσιμων χόρτων.

Τοπικό όνομα στην Αμοργό: Άτσοχας (οι ατσόχοι).
Τα φύλλα, ο βλαστός και ο χυμός του ζοχού περιέχουν πρωτεΐνες, κάλιο, σίδηρο, ασκορβικό οξύ, ριβοφλαβίνη, νιασίνη, θειαμίνη και άλλες ουσίες και ιχνοστοιχεία.
Από τον ελληνικό λαό θεωρείται ότι κάνει καλό σχεδόν στα πάντα και ότι συμβάλει στην ευεξία του οργανισμού. Πολλοί Έλληνες, μάλιστα, δεν παραλείπουν να πίνουν το ζωμό του ζοχού, καυτό με μπόλικο λεμόνι, γιατί θεωρείται καθαρτικός, τονωτικός και αναζωογονητικός.
Ο ζοχός τρώγεται βραστή σαλάτα με ελαιόλαδο και λεμόνι. Μπαίνει σε μικρές ποσότητες, λόγω της ιδιαίτερης γεύσης του, σε πολλές χορτόπιτες με άλλα χόρτα και σε συνδυασμό γεύσεων.
Συλλέγεται κυρίως τον χειμώνα, όταν τα βλαστάρια του είναι τρυφερά.

*** Ο αρχαίος Αντιφάνης γράφει ότι «το δείπνο μας είναι μια κριθαρένια πίτα, κάποιος βολβός κι ένα νόστιμο πιάτο με ζοχούς ή μανιτάρια».

Βιότοπος: καλλιεργημένα ή χέρσα χωράφια, παρυφές δρόμων, διατραγμένα εδάφη, σε υψόμετρα 0-600 (-900) μ. Διασπείρεται πολύ εύκολα και φυτρώνει ακόμα και μέσα σε οικισμούς.
Άνθιση: Απρίλιος - Ιούνιος.

Ετυμολογία:
Sonchus > σόγχος & σόγκος (Θεόφραστος, Διοσκουρίδης)
oleraceus, a, um > olus λάχανο = λαχανώδης.


Τρίτη 3 Ιουλίου 2018

Stellaria cupaniana

08-05-2011

Η Stellaria cupaniana [(Jord. & Fourr.) Bég. 1909] είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα. Έχει φαρμακευτικές χρήσεις από την λαϊκή ιατρική
Βιότοπος: λιβάδια, ρέματα, δασικά ανοίγματα σε υψόμετρα 0-1200 (-1700) μ.
Ετήσιο φυτό, με ύψος έως 40 εκ.
Κατώτερα φύλλα λεία, ωοειδή, μυτερά, μακρόμισχα - τα ανώτερα επιφυή.
Άνθη με ποδίσκο. Στεφάνη 8-10 χιλ., με σέπαλα ισομήκη με τα 5 λευκά πέταλα, τα οποία είναι σχισμένα στην βάση και δίνουν την εντύπωση ότι πρόκειται για 10 πέταλα ανά ζεύγη των δύο.
Άνθιση: Μάρτιος - Μάιος.

Ετυμολογία:
Stellaria > stella (λατιν.) αστέρι ==> από την μορφή των λουλουδιών σε πλήρη άνθιση.
cupanianus, a, um = προς τιμήν του Francesco Cupani (1657-1710), Ιταλού βοτανικού.


Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018

Anchusa undulata subsp. hybrida

14-03-2008

Η Άγχουσα η κυματιστή υποείδος η υβιδική [Anchusa undulata subsp. hybrida [(Ten.) Cout. 1813] είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Στην Αμοργό αναφέρεται από τον Προφήτη Ηλία της Χώρας.
Μονοετές, τριχωτό φυτό, με φύλλα συγκετρωμένα στην βάση, μεγάλα, λογχοειδή, κυματιστά στα χείλη.
Βιότοπος: αγροί, πρανή, άκρες δρόμων.
Άνθη μέχρι 5 στις άκρες των βλαστών, μκρά, χοανοειδή, μπλε ή ρόδινα με οξυκόρυφα πέταλα.
Ανθίζει από τον Μάρτιο.

Ετυμολογία:
Anchusa > άγχουσα (φυτό που αναφέρουν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς με φαρμακευτικές και καλλωπιστικές ιδιότητες).
undulata > > undula κυμάτιον, κυματάκι > unda κύμα  = κυματιστή (από τα φύλλα της).
hybrida > hibrita & ibrida (λατιν.) υβρίδιο = υβριδική.