Οι φίλοι του μπλοκ

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Umbilicus horizontalis

Χώρα 31/03/2010 Καστελόπετρα

Ο Umbilicus horizontalis [(Guss.) DC. 1828] είναι μεσογειακό φυτό από την Ιταλία και δυτικότερα. Έχει ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα και τις Κυκλάδες.
Συνώνυμο: Cotyledon horizontalis (Guss. 1826).
Βιότοπος: βραχώδεις σκιερές θέσεις σε υψόμετρα 0-700 μ.
Πολυετές είδος με κονδυλώδες ρίζωμα. Στέλεχος απλό 10-50 εκ.. Φύλλα σαρκώδη.
Άνθιση: Απρίλιος - Μάιος.
Umbilicus (λατιν.) = ομφαλός, αφαλός ==> από το σχήμα των φύλλων.
horizontalis < ορίζοντας => από την οριζόντια διάταξη της ανθοταξίας.
Cotyledon < κοτυληδών.

Τρίτη 25 Μαΐου 2010

Origanum onites

Χοζοβιώτισσα 10/04/2010 

Το Origanum onites, L. 1753, είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην κεντρική, νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Είναι φρύγανο με βλαστούς όρθιους και φύλλα χνουδωτά, καρδιοειδή, αντίθετα, σε όλο το μήκος του βλαστού, τα κατώτερα με μικρό μίσχο, τα ανώτερα επιφυή.
Είναι μια από τις μορφές της κοινής ρίγανης που συλλέγεται μαζί με το άλλο, λίγο πολύ παρόμοιο είδος (Origanum vulgare), και χρησιμοποιείται ως άρτυμα στη μαγειρική.
Βιότοπος: πετρώδεις τοποθεσίες και πρανή.
Άνθη λευκά με μεγάλους στήμονες σε πυκνούς κορύμβους.
Ανθίζει από τον Απρίλιο.
Τοπική ονομασία στην Αμοργό: αργανιά
Η ονομασία του γένους προέρχεται από τα ελληνικά όρος+γανώ (λάμπω, χαίρομαι), ενώ αυτή του επιθέτου πιθανόν αναφέρεται στην ομοιότητα των μπουμπουκιών του φυτού με τις καβαλίνες, τα κόπρανα του όνου (=ονίς στα αρχαία ελληνικά).
Η ρίγανη έχει ξεχωριστή θέση στην ζωή των Ελλήνων από την απώτερη αρχαιότητα. Η ίδια η λέξη ρίγανη είναι πανάρχαια και γι’ αυτό σκοτεινής ετυμολογίας. Στην αρχαιότητα το χρησιμοποιούσαν σαν άρτυμα στη μαγειρική, φάρμακο και συστατικό για αρώματα. Ο Ιππποκράτης το συνιστούσε για οφθαλμικές παθήσεις και στα κρυολογήματα.
Χρησιμοποιούνται τα φύλλα, νωπά ή αποξηραμένα. Η ρίγανη θεωρείται ισχυρό μικροβιοκτόνο και αντιοξειδωτικό βότανο. Είναι ευστόμαχη, διουρητική, εμμηναγωγή και αντισπασμωδική.

Ετυμολογία:
Origanum > όρος + γανώ (λάμπω, χαίρομαι), η χαρά τους βουνού - αναφορά στον φυσικό του βιότοπο. Ορίγανον, ρίγανη
onites > όνος > ονίς.


Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Papaver rhoeas

Χώρα 20/04/2005 Chora


Η Papaver rhoeas L 1753, είναι παλαιογεωγραφικό φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: ζιζάνιο αγρών με δημητριακά, ακαλλιέργητα χωράφια, δρόμοι, μπάζα, σε υψόμετρα 0-800 (-1800 στα όρη) μ. 

Τοπικό όνομα: κουτσουνάδα.
Είναι η πιο κοινή παπαρούνα.
Φύλλα πτεροσχιδή, οδοντωτά. Ποδίσκοι έντονα τριχωτοί.
Πέταλα μεγάλα 2-3 εκ., έντονα κόκκινα, συχνά με μαύρη κηλίδα στην βάση. Κωδία κοντή, σχεδόν σφαιρική, λεία, περιτριγυρισμένη από πολλούς στήμονες με ανθήρες μαύρους ή καστανούς.
Ανθίζει μέσα Απριλίου - μέσα Ιουνίου.

Ετυμολογία:
Papaver -eris > μήκων, παπαρούνα.
rhoeas > ροιάς > ροιά (ροδιά) ==> από το έντονα κόκκινο χρώμα των ανθέων = ροιάς

«μήκων ῥοιάς· οἱ δὲ ὀξύγονον, Ῥωμαῖοι παπάβερ ἄλβου‹μ›, Αἰγύπτιοι ναντί».
Διοσκουρίδης


Κυριακή 23 Μαΐου 2010

Cistus creticus

Χώρα 12/05/2005 Chora

Στην Ελλάδα υπάρχουν 4 είδη κίστου. Ο Κίστος ο κρητικός είναι διεσπαρμένος. Από αυτόν παράγεται το λάδανο, γι' αυτό και το κοινό του όνομα είναι «λαδανιά».


εικόνα Cistus creticus από την Flora Graeca

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Ophrys iricolor

Κατάπολα 31/03/2010

Η Οφρύς η ιριδόχρωμη (Ophrys iricolor, Desfontaines 1807) εξαπλώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο.
Περιγράφτηκε το 1807 από την Σάμο και την περιοχή της Σμύρνης.
Η ονομασία της οφείλεται στο χρώμα του θυρεού της.
Τοπικό όνομα: «ψείρα»
Εξαπλώνεται στη Νότια Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου.
Βιότοπος: ηλιόλουστα εδάφη, πευκοδάση, θάμνοι, φρύγανα.
Άνθος: μεγάλο περίπου στα 2 εκατοστά, σχεδόν οριζόντιο, πορφυρό με ιώδη ιριδίζοντα θυρεό.
Άνθιση: Τέλη Φεβρουαρίου - αρχές Απριλίου.

Ετυμολογία:
Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας.
iricolor > Ίρις + cólor (λατιν.) χρώμα =  ιριδόχρωμη.

Τρίτη 18 Μαΐου 2010

Convolvulus althaeoides

Κατάπολα 02/05/2005 

Μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: βραχώδεις και πετρώδεις πλαγιές με φρύγανα, ανοιχτό κωνοφόρο δάσος, χωράφια σε αγρανάπαυση σε υψόμετρα 0-700 (-1200) μ. και περιστασιακά έως 1600 μ. στην ηπειρωτική χώρα.
Πολυετές φυτό, που συνήθως έρπει η άναρριχάται, με λεπτό βλαστό έως 100 εκ. Φύλλα εναλλάσοντα με αραιό τρίχωμα.
Άνθη 1-3 με μακρείς μασχαλιαίους μίσχους, ρόδινα με σκούρο λαιμό.
Άνθιση: Μάρτιος - Ιούνιος.
Ετυμολογία:
Convolvulus < convólvo (λατιν.) διαπλέκω ==> για τα συχνά άστατα στελέχη των ειδών αυτού του γένους = Κονβόλβουλος.
althaeoides < Althaea + είδος = αλθαιοειδής (με παρόμοια φύλα σαν της Αλθαίας)

Κυριακή 16 Μαΐου 2010

Malva arborea (Lavatera arborea)

Κατάπολα 27/03/2007

Η Malva arborea (L.) Webb & Berthel. 1836, είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα. Σε πολλά νησιά και παραλιακές θέσεις είναι αυτοφυής, ενώ στη στεριανή Ελλάδα πολλές φορές καλλιεργείται.
Συνώνυμο: Lavatera arborea L. 1753.

Κοινό όνομα: δεντρομολόχα.
Βιότοπος: βραχώδεις θέσεις, πλαγιές με φρύγανα, στις άκρες δρόμων και αγρών, συνήθως κοντά στην θάλασσα και σε υψόμετρα 0-500 μ.
Διετές γεροδεμένο φυτό, με πυκνό φύλλωμα στην βάση και με βλαστούς όρθιους μέχρι και 3 μέτρα.
Φύλλα με 6-7 αβαθείς λοβούς.
Άνθη ανά 2 έως 7. Πέταλα 15-20 χιλ. ρόδινα ή ροδοκόκκινα με σκουρόχρωμες νευρώσεις.

Ετυμολογία:
Malva > malva (λατιν.). Η μαλάχη των αρχαίων, μολόχα.
cretica > Creta Κρήτη.
Lavatera  > γένος αφιερωμένο στον J.R. Lavater (18ος αιώνας), Ελβετό γιατρό και φυσιοδίφη από τη Ζυρίχη.