Οι φίλοι του μπλοκ

Τρίτη 15 Απριλίου 2008

Pallenis spinosa

Χώρα 09/04/2004

Η Η Παλληνίς η ακανθώδης [Pallenis spinosa (L.) Cass. 1825] είναι μεσογειακό  φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Τοπικό όνομα: τσιτομάτα.
Διετές φυτό με βλαστό διακλαδισμένο, πολύ χνουδωτό. Τα φύλλα είναι επιμήκη, λογχοειδή, χνουδωτά, κοίλα, τα ανώτερα επιφυή.
Βιότοπος: αγροί, βραχώδεις τοποθεσίες, ελαιώνες
Κεφάλια με βράκτια αγκαθωτά, παρόμοια με τα φύλλα, τα εσωτερικά από αυτά κοντύτερα. Δίσκος κίτρινος μέχρι 20 εκ. και περιφερειακά ανθίδια γλωσσοειδή, κίτρινα ή κοκκινωπά.
Ανθίζει από τον Απρίλιο.

Ετυμολογία:
Pallenis > Παλλήνη, αρχαίος δήμο της Αττικής και αρχαία πόλη στην Χαλκιδική = Παλληνίς.
spinosus, -a, um > spina, άκανθα, αγκάθι = ακανθώδης.

Χοζοβιώτισσα 05/04/2007


Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

Anchusa azurea

Κατάπολα  06/04/2004


Η Άγχουσα η γαλάζια (Anchusa azurea,  Mill. 1768) είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σ' όλη την Ελλάδα.
Συνώνυμα: Anchusa italica Retz. 1779 - Buglossum italicum (Retz.) Tausch 1824
Εκτός από την Αμοργό, στα άλλα νησιά μας αναφέρεται από την Ηρακλειά, την Δονούσα, τα δύο Κουφονήσια και τις Μάκαρες (Άγιος Νικόλαος).
Η ψηλότερη από τις άγχουσες είναι ένα όμορφο φυτό με βλαστό πυκνά διακλαδισμένο, τριχωτό. Φύεται κυρίως σε καλλιεργημένους και παλιούς αγρούς. Ανθίζει την άνοιξη. 
Η κοινή ελληνική του ονομασία είναι «βοϊδόγλωσσα» (από το σχήμα των φύλλων του) κι αποτελεί συνέχεια του αρχαίου ελληνικού «βούγλωσσον», που αναφέρουν ο Θεόφραστος και ο Διοσκουρίδης. Μάλιστα, ως Buglossum italicum το περιέγραψε ο Tausch το 1824. Τελικά, το επίσημο όνομά του είναι Anchusa azurea, επειδή περιγράφτηκε πρώτο με αυτό το όνομα.
Από την κόκκινη ρίζα της Γαλάζιας Άγχουσας παραγόταν στην αρχαιότητα κόκκινη βαφή, που την χρησιμοποιούσαν ως καλλυντικό και ως τέτοιο το γνώριζαν ο Γαληνός και ο Πλίνιος. Ο Διοσκουρίδης αναφέρεται στις φαρμακευτικές του ιδιότητες.


Ετυμολογία:
Anchusa > άγχουσα (φυτό που αναφέρουν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς με φαρμακευτικές και καλλωπιστικές ιδιότητες).
azurea > lāzwardī (αραβικά > läžwärd (περσικά) > lazur & lazulum (μεσαιωνικά λατινικά), δηλαδή γαλάζια πέτρα = γαλάζιο χρώμα.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

Matthiola sinuata - αγριοβιολέτα

Μονή Χοζοβιώτισσας 18/04/2005


Η Ματθιόλα η κολπωτή [Matthiola sinuata (L.) R. Br. 1812] είναι ευρωμεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Φυτό διετές, όρθιο, με τα φύλλα της βάσης πολλά, πτεροσχιδή, με χείλη στραμμένα προς τα πάνω (κολπωτά, καμπυλωτά), εξ ου και το όνομα. Τα ανώτερα φύλλα γραμμοειδή, κυματοειδή.
Βιότοπος: παραθαλάσσια ενδιατήματα
Άνθη βιολετιά, εύοσμα μέχρι 2,5 εκ. διάμετρο.
Ανθίζει από τον Μάρτιο.

Ετυμολογία:


Matthiola > γένος αφιερωμένο στον Pierandrea Mattioli (Matthiolus  † 1577) Ιταλό γιατρό.
sinuata > sinuo κολπώνω, καμπυλώνω, κυρτώνω = κολπωτή.

Χώρα - Chora
18/04/2005

Σάββατο 29 Μαρτίου 2008

Lonicera etrusca - αγιόκλημα

Λεύκες Κατάπολα 22/04/2005

Το Lonicera etrusca (Santi 1795)] είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Τοπικό όνομα: αγιόκλημα.
Κοινό λαϊκό όνομα: αγιόκλημα, αγριοαγιόκλημα.
Αειθαλής θάμνος με βλαστούς πολύκλαδους και φύλλα γλαυκά, μεγάλα μέρχι 8 εκ., λεία, τα ανώτερα ενωμένα, περίβλαστα.
Βιότοπος: θαμνώνες, δάση, βραχώδεις πλαγιές.
Ανθική στεφάνη σωληνοειδής, δίχειλη, λευκή ή ρόδινη, με μακρείς λευκούς στήμονες.
Ανθίζει από τον Μάιο.
Ετυμολογία:
Lonicera < γένος αφιερωμένο με τον Γερμανό ιατρό και βοτανικό Adam Lonitzer (Lonicerus, 1528-1586).
etrusca < Etruria Ετρουρίa, αρχαία περιοχή της Ιταλίας, στη σημερινή Τοσκάνη.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

Dracunculus vulgaris - δρακοντιά

Βρούτσι - Vroutsi
18/04/2006

Το φυτό μπορεί να ξεπεράσει και το 1 μέτρο σε ύψος. Κατά την άνθηση αποπνέει έντονη δυσοσμία, που προσελκύει τις μύγες. Στην Αμοργό ονομάζεται «δρακοντιά» και η συνάντηση μαζί του θεωρείται ένδειξη γρουσουζιάς. Ανθίζει από τον Απρίλιο σε άκρες δρόμων και μονοπατιών και παλιά χωράφια.

Βρούτσι - Vroutsi
04/04/2007


Βρούτσι - Vroutsi
04/04/2007

Τρίτη 25 Μαρτίου 2008

Euphorbia acanthothamnos

Χώρα 28/03/2007

Η Ευφορβία η ακανθόθαμνος (Euphorbia acanthothamnos) στην Αμοργό λέγεται γαλαστοιβή. Είναι πολυετής μαξιλαρόμορφος θάμνος με πολύ διακλαδισμένα και πυκνά αγκαθωτά κλαδιά. Κοινό σ' όλη την Αμοργό, σε πετρώδεις τοποθεσίες. Ανθίζει από τις αρχές Μαρτίου.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008

Ruta chalepensis subsp. chalepensis

Χώρα - Chora 25/04/2005


Ο απήγανος (Ruta chalepensis L. 1767) είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Τοπικό όνομα: απήανος
Πολυετής πόα ή μικρός θάμνος με βλαστούς όρθιους, αποξυλωμένους στη βάση, και φύλλα πτεροσχιδή με ωοειδείς, επιμήκεις λοβούς. Τα κίτρινα άνθη έχουν 4-5 ωοειδή, πολύ χαρακτηριστικά κροσσωτά πέταλα και πλατειά λογχοειδή, στικτά σέπαλα. Το φυτό, που αποπνέει μια βαριά μυρουδιά, χρησιμοποιείται από τα παλιά χρόνια μέχρι σήμερα σαν εμμηναγωγό. Σε βραχώδεις τοποθεσίες, ερείπια, φαράγγια.
Ο απήγανος διατηρεί και σήμερα το αρχαίο του όνομα «πήγανον», που αναφέρει ο Θεόφραστος. Είναι πολυετές φαρμακευτικό φυτό με χαρακτηριστική βαριά μυρωδιά.
Φύεται σε ξηρές, πετρώδεις τοποθεσίες και ερείπια. Έχει πικρή γεύση και σε μεγάλες δόσεις είναι τοξικό.
Στην αρχαιότητα χρησιμοποιούσαν τον απήγανο ως φάρμακο κατά της επιληψίας, της υστερίας και των ψυχικών ασθενειών και ως αντίδοτο για τα δηλητήρια.
Ο Διοσκουρίδης το χρησιμοποιούσε για την αντιμετώπιση αναπνευστικών παθήσεων. Ο Πλίνιος υποστήριζε ότι οι ζωγράφοι έτρωγαν απήγανο με το φαγητό τους, για να βελτιώνουν την όρασή τους. Στην λαϊκή ιατρική χρησιμεύει ως εμμηναγωγό, εκτρωτικό, σπασμολυτικό κα ανθελμινικό. Χρησιμοποιούνται κυρίως τα αποξηραμένα
φύλλα του απήγανου.
Τα συστατικά του είναι αιθέριο έλαιο (που περιέχει μεθυλνονυλκετόνη (90%), λεμονίνη, κινεόλη κ.α.), ρουτίνη, φορανοκουμαρίνες, αλκαλοειδή και τανίνες. Είναι ισχυρό βότανο.
*** Από την αρχαιότητα ο απήγανος θεωρείται ότι καταπολεμά την μαγεία και το κακό μάτι. Και σήμερα η λαϊκή παράδοση πιστεύει ότι διώχνει τα κακά πνεύματα από το σπίτι και υποστηρίζει ότι «κανείς δεν πεθαίνει σε σπίτι που έχει απήγανο». Τον χρησιμοποιεί επίσης σε ξόρκια και στο ξεμάτιασμα.

Ετυμολογία:
Ruta > ρυτή (αρχαίο όνομα για τον απήγανο)
chalepensis > Aleppo, το Χαλέπι πόλη της Συρίας = χαλέπιος.

«πήγανον κηπαῖον· Ῥωμαῖοι ῥοῦτα ὁρτήνσις...
πήγανον ὀρεινόν· οἱ δὲ ῥυτὴν ὀρεινήν, Ῥωμαῖοι ῥοῦτα μοντάνα.»

Διοσκουρίδης


.
.

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008

Papaver rhoeas -κουτσουνάδα (παπαρούνα )

20/04/2005


Η Papaver rhoeas L 1753, είναι παλαιογεωγραφικό φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: ζιζάνιο αγρών με δημητριακά, ακαλλιέργητα χωράφια, δρόμοι, μπάζα, σε υψόμετρα 0-800 (-1800 στα όρη) μ. 

Τοπικό όνομα: κουτσουνάδα.
Είναι η πιο κοινή παπαρούνα.
Φύλλα πτεροσχιδή, οδοντωτά. Ποδίσκοι έντονα τριχωτοί.
Πέταλα μεγάλα 2-3 εκ., έντονα κόκκινα, συχνά με μαύρη κηλίδα στην βάση. Κωδία κοντή, σχεδόν σφαιρική, λεία, περιτριγυρισμένη από πολλούς στήμονες με ανθήρες μαύρους ή καστανούς.
Ανθίζει μέσα Απριλίου - μέσα Ιουνίου.

Ετυμολογία:
Papaver -eris > μήκων, παπαρούνα.
rhoeas > ροιάς > ροιά (ροδιά) ==> από το έντονα κόκκινο χρώμα των ανθέων = ροιάς

«μήκων ῥοιάς· οἱ δὲ ὀξύγονον, Ῥωμαῖοι παπάβερ ἄλβου‹μ›, Αἰγύπτιοι ναντί».
Διοσκουρίδης

.

Χώρα - Chora
20/04/2005

Τρίτη 18 Μαρτίου 2008

Calicotome villosa - ασπάλαθος

Άγιος Παντελεήμονας 24/03/2006 Κατάπολα

Η Calicotome villosa [(Poir) Link 1808] είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα και στην Αμοργό.
Αμοργιανό όνομα: ασπάλατθας
Κοινό ελληνικό όνομα: ασπάλαθος.
Είναι συχνό θέαμα στην ελληνική φύση, οι κατακίτρινες γεμάτες ασπάλαθους πλαγιές που αναδύουν το γλυκό άρωμα αυτών των όμορφων θάμνων.
Βιότοπος: φράχτες, θαμνότοποι, φρύγανα, σε υψόμετρα 200-1000 μ.
Φυτό με διακλαδώσεις πολύ αγκαθωτές, χνουδωτό, με διακριτές αυλακώσεις κατά μήκος των βλαστών. Φύλλα με τρία μικρά φυλλάρια, χνουδωτά στην κάτω πλευρά.
Άνθη κίτρινα, συνήθως σε δέσμες στις μασχάλες των διακλαδώσεων.
Ανθίζει Μάρτιο - Μάιο.
Ετυμολογία:
Calicotome < κάλυξ (κάλυκος) + τομή ==> αναφέρεται στον κάλυκα που τέμνεται εγκάρσια κατά την ανάπτυξη του άνθους.
villósa < víllus ή véllus, μαλλί = μαλλιαρή, τριχωτή, χνουδωτή.

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008

Symphytum davisii ssp. davisii - Σύμφυτο

φαράγγι Αρακλού
26/03/2007

Το Σύμφυτο του Ντέιβις (Symphytum davisii) είναι πολυετές φυτό, ενδημικό Αμοργού, Νάξου, Σικίνου, νησίδας Καρδιώτισσα, Ικαρίας. Η μέχρι τώρα επιστημονική κατάταξη το χωρίζει σε 4 υποείδη (davisii, cycladense (Σίκινος), naxicola, icaricum), όλα τοπικά ενδημικά.
Το τυπικό υποείδος Symphytum davisii, Wikens 1969 subsp. davisii είναι ενδημικό της Αμοργού. Θεωρείται πολύ σπάνιο, τρωτό, με προτεραιότητα προστασίας πρωτεύουσα και γι΄αυτό προστατεύεται από την ελληνική νομοθεσία και ευρωπαϊκούς κανονισμούς.
Αναφέρεται από το φαράγγι τ' Αρακλού στην Αιγιάλη, το Ρέμα του Φονιά στα Κατάπολα, ρεματιά στα Θολάρια, το μονοπάτι Βρούτση-Κατάπολα και τον Κρίκελο σε υψόμετρα 350-500 μ.
Βιότοπος: πετρώδεις και βραχώδεις θέσεις εποχικά υγρές και σκιερές, θαμνώνες, σε ρεματιές και χαράδρες σε υψόμετρα 0-900 μ.
Ποώδες πολυετές φυτό με παχιά, ξυλώδη και τριχωτή βάση. Φύλλα ωοειδή με οδοντωτά και ελαφρώς κυματοειδή περιθώρια. Ταξιανθίες απλές με 10-20 λευκά άνθη.
Τα σύμφυτα θεωρούνται ισχυρά φαρμακευτικά φυτά και χρησιμοποιούνται από την ομοιοπαθητική για την αποκατάσταση καταγμάτων, παθήσεις των οστών και οφθαλμικά τραύματα.
Άνθιση: Απρίλιος - αρχές Μαΐου.

Ετυμολογία:
Symphytum > συν + φυτό ==> φυτό που αναπτύσσεται σε ομάδες = Σύμφυτο
davisii > προς τιμήν του Άγγλου βοτανικού Peter Hadland Davis (1918-1992), που ερεύνησε την χλωρίδα της Τουρκίας και των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.
.