Οι φίλοι του μπλοκ

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008

Ruta chalepensis subsp. chalepensis

Χώρα - Chora 25/04/2005


Ο απήγανος (Ruta chalepensis L. 1767) είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Τοπικό όνομα: απήανος
Πολυετής πόα ή μικρός θάμνος με βλαστούς όρθιους, αποξυλωμένους στη βάση, και φύλλα πτεροσχιδή με ωοειδείς, επιμήκεις λοβούς. Τα κίτρινα άνθη έχουν 4-5 ωοειδή, πολύ χαρακτηριστικά κροσσωτά πέταλα και πλατειά λογχοειδή, στικτά σέπαλα. Το φυτό, που αποπνέει μια βαριά μυρουδιά, χρησιμοποιείται από τα παλιά χρόνια μέχρι σήμερα σαν εμμηναγωγό. Σε βραχώδεις τοποθεσίες, ερείπια, φαράγγια.
Ο απήγανος διατηρεί και σήμερα το αρχαίο του όνομα «πήγανον», που αναφέρει ο Θεόφραστος. Είναι πολυετές φαρμακευτικό φυτό με χαρακτηριστική βαριά μυρωδιά.
Φύεται σε ξηρές, πετρώδεις τοποθεσίες και ερείπια. Έχει πικρή γεύση και σε μεγάλες δόσεις είναι τοξικό.
Στην αρχαιότητα χρησιμοποιούσαν τον απήγανο ως φάρμακο κατά της επιληψίας, της υστερίας και των ψυχικών ασθενειών και ως αντίδοτο για τα δηλητήρια.
Ο Διοσκουρίδης το χρησιμοποιούσε για την αντιμετώπιση αναπνευστικών παθήσεων. Ο Πλίνιος υποστήριζε ότι οι ζωγράφοι έτρωγαν απήγανο με το φαγητό τους, για να βελτιώνουν την όρασή τους. Στην λαϊκή ιατρική χρησιμεύει ως εμμηναγωγό, εκτρωτικό, σπασμολυτικό κα ανθελμινικό. Χρησιμοποιούνται κυρίως τα αποξηραμένα
φύλλα του απήγανου.
Τα συστατικά του είναι αιθέριο έλαιο (που περιέχει μεθυλνονυλκετόνη (90%), λεμονίνη, κινεόλη κ.α.), ρουτίνη, φορανοκουμαρίνες, αλκαλοειδή και τανίνες. Είναι ισχυρό βότανο.
*** Από την αρχαιότητα ο απήγανος θεωρείται ότι καταπολεμά την μαγεία και το κακό μάτι. Και σήμερα η λαϊκή παράδοση πιστεύει ότι διώχνει τα κακά πνεύματα από το σπίτι και υποστηρίζει ότι «κανείς δεν πεθαίνει σε σπίτι που έχει απήγανο». Τον χρησιμοποιεί επίσης σε ξόρκια και στο ξεμάτιασμα.

Ετυμολογία:
Ruta > ρυτή (αρχαίο όνομα για τον απήγανο)
chalepensis > Aleppo, το Χαλέπι πόλη της Συρίας = χαλέπιος.

«πήγανον κηπαῖον· Ῥωμαῖοι ῥοῦτα ὁρτήνσις...
πήγανον ὀρεινόν· οἱ δὲ ῥυτὴν ὀρεινήν, Ῥωμαῖοι ῥοῦτα μοντάνα.»

Διοσκουρίδης


.
.

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008

Papaver rhoeas -κουτσουνάδα (παπαρούνα )

20/04/2005


Η Papaver rhoeas L 1753, είναι παλαιογεωγραφικό φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: ζιζάνιο αγρών με δημητριακά, ακαλλιέργητα χωράφια, δρόμοι, μπάζα, σε υψόμετρα 0-800 (-1800 στα όρη) μ. 

Τοπικό όνομα: κουτσουνάδα.
Είναι η πιο κοινή παπαρούνα.
Φύλλα πτεροσχιδή, οδοντωτά. Ποδίσκοι έντονα τριχωτοί.
Πέταλα μεγάλα 2-3 εκ., έντονα κόκκινα, συχνά με μαύρη κηλίδα στην βάση. Κωδία κοντή, σχεδόν σφαιρική, λεία, περιτριγυρισμένη από πολλούς στήμονες με ανθήρες μαύρους ή καστανούς.
Ανθίζει μέσα Απριλίου - μέσα Ιουνίου.

Ετυμολογία:
Papaver -eris > μήκων, παπαρούνα.
rhoeas > ροιάς > ροιά (ροδιά) ==> από το έντονα κόκκινο χρώμα των ανθέων = ροιάς

«μήκων ῥοιάς· οἱ δὲ ὀξύγονον, Ῥωμαῖοι παπάβερ ἄλβου‹μ›, Αἰγύπτιοι ναντί».
Διοσκουρίδης

.

Χώρα - Chora
20/04/2005

Τρίτη 18 Μαρτίου 2008

Calicotome villosa - ασπάλαθος

Άγιος Παντελεήμονας 24/03/2006 Κατάπολα

Η Calicotome villosa [(Poir) Link 1808] είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα και στην Αμοργό.
Αμοργιανό όνομα: ασπάλατθας
Κοινό ελληνικό όνομα: ασπάλαθος.
Είναι συχνό θέαμα στην ελληνική φύση, οι κατακίτρινες γεμάτες ασπάλαθους πλαγιές που αναδύουν το γλυκό άρωμα αυτών των όμορφων θάμνων.
Βιότοπος: φράχτες, θαμνότοποι, φρύγανα, σε υψόμετρα 200-1000 μ.
Φυτό με διακλαδώσεις πολύ αγκαθωτές, χνουδωτό, με διακριτές αυλακώσεις κατά μήκος των βλαστών. Φύλλα με τρία μικρά φυλλάρια, χνουδωτά στην κάτω πλευρά.
Άνθη κίτρινα, συνήθως σε δέσμες στις μασχάλες των διακλαδώσεων.
Ανθίζει Μάρτιο - Μάιο.
Ετυμολογία:
Calicotome < κάλυξ (κάλυκος) + τομή ==> αναφέρεται στον κάλυκα που τέμνεται εγκάρσια κατά την ανάπτυξη του άνθους.
villósa < víllus ή véllus, μαλλί = μαλλιαρή, τριχωτή, χνουδωτή.

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008

Symphytum davisii ssp. davisii - Σύμφυτο

φαράγγι Αρακλού
26/03/2007

Το Σύμφυτο του Ντέιβις (Symphytum davisii) είναι πολυετές φυτό, ενδημικό Αμοργού, Νάξου, Σικίνου, νησίδας Καρδιώτισσα, Ικαρίας. Η μέχρι τώρα επιστημονική κατάταξη το χωρίζει σε 4 υποείδη (davisii, cycladense (Σίκινος), naxicola, icaricum), όλα τοπικά ενδημικά.
Το τυπικό υποείδος Symphytum davisii, Wikens 1969 subsp. davisii είναι ενδημικό της Αμοργού. Θεωρείται πολύ σπάνιο, τρωτό, με προτεραιότητα προστασίας πρωτεύουσα και γι΄αυτό προστατεύεται από την ελληνική νομοθεσία και ευρωπαϊκούς κανονισμούς.
Αναφέρεται από το φαράγγι τ' Αρακλού στην Αιγιάλη, το Ρέμα του Φονιά στα Κατάπολα, ρεματιά στα Θολάρια, το μονοπάτι Βρούτση-Κατάπολα και τον Κρίκελο σε υψόμετρα 350-500 μ.
Βιότοπος: πετρώδεις και βραχώδεις θέσεις εποχικά υγρές και σκιερές, θαμνώνες, σε ρεματιές και χαράδρες σε υψόμετρα 0-900 μ.
Ποώδες πολυετές φυτό με παχιά, ξυλώδη και τριχωτή βάση. Φύλλα ωοειδή με οδοντωτά και ελαφρώς κυματοειδή περιθώρια. Ταξιανθίες απλές με 10-20 λευκά άνθη.
Τα σύμφυτα θεωρούνται ισχυρά φαρμακευτικά φυτά και χρησιμοποιούνται από την ομοιοπαθητική για την αποκατάσταση καταγμάτων, παθήσεις των οστών και οφθαλμικά τραύματα.
Άνθιση: Απρίλιος - αρχές Μαΐου.

Ετυμολογία:
Symphytum > συν + φυτό ==> φυτό που αναπτύσσεται σε ομάδες = Σύμφυτο
davisii > προς τιμήν του Άγγλου βοτανικού Peter Hadland Davis (1918-1992), που ερεύνησε την χλωρίδα της Τουρκίας και των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.
.

Κυριακή 16 Μαρτίου 2008

Gagea graeca

Κατάπολα - 31/03/2007

Η Gagea graeca (L.) Irmisch 1863 είναι φυτό των Βαλκανίων και της Ανατολίας, με μεγάλη εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα, εκτός της βόρειας χώρας.
Βιότοπος: βραχώδεις πλαγιές, διάκενα δασών, αραιά δάση σε υψόμετρα 0-700 (-1100) μ.
Πολυετές γεώφυτο με βολβό μοναχικό, συχνά μπλεγμένο με ρίζες και εδαφικά σωματίδια και σκούρο μοβ-κόκκινο χιτώνα.
Βλαστοί λεπτοί, εύκαμπτοι, ύψους 5-15 εκ.
Φύλλα βελονοειδή, τα περισσότερα παράρριζα.
Άνθη 1-5, εξαμερή, κωδωνοειδή, λευκά με σκούρες νευρώσεις.
Άνθιση τέλη Μαρτίου - αρχές Ιουνίου.

Ετυμολογία:
Gagea > προς τιμήν του άγγλου φυσιοδίφη Thomas Gage (1781 - 1820).
graeca > Graecia (το όνομα της Ελλάδας στα λατινικά).

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

Petrorhagia dubia

Όρμος Αιγιάλης 26/03/2007i

Η Πετροραγία η αμφίβολη [Petrorhagia dubia (Raf.) G.López & Romo 1988] είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Συνώνυμο: Petrorhagia velutina (Guss.) P.W. Ball & Heywood.
Βιότοπος: πετρώδεις τοποθεσίες, χέρσα χωράφια, ελαιώνες, παράκτια ενδιαιτήματα  σε υψόμετρα 0-1200 (-1800) μ.
Μονοετές φυτό με βλαστό ψηλό, 10-40 εκ., χνουδωτό.
Φύλλα μικρά, γραμμοειδή.
Κάλυκας ωοειδής με πλατιά λέπια και πέταλα ανοιχτορόδινα, δίλοβα, με σκούρες νευρώσεις
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Petrorhagia > πέτρα + ραγή (ελληνιστική: ραγάς, ραγάδος) ρωγμή, ρήγμα, σχισμή ==> αναφορά   στο περιβάλλον ανάπτυξης τέτοιων φυτών, στις ρωγμές των πετρωμάτων και στα διάκενα ανάμεσα στις πέτρες = Πετροραγία.
dúbius, a, um = αμφίβολη, αβέβαιη.
velútinus, a, um > από την γαλλική λέξη velu βελούδο = βελούδινη.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2008

Muscari comosum - βορβός

26/03/2007

Το Muscari comosum [(L.) Mill. 1768] έχει μεγάλη εξάπλωση στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. 
Αμοργιανό όνομα: βορβός.
Βιότοπος: παραδοσιακά καλλιεργούμενα και ακαλλιέργητα χωράφια, όρια αγρών, λιβάδια σε υψόμετρα 0-1800 μ.. Συχνά σε μεγάλους πληθυσμούς. 
Είναι γεώφυτο, έχει δηλαδή ρίζωμα με αποθηκευτικούς βολβούς. Φύλλα μέχρι 3 εκ. πλάτος και 40 εκ. μήκος, κοίλα. 
Ανθοταξία βότρυς, στο κάτω μέρος αραιός με καστανά άνθη και στην κορυφή πιο πυκνός με άνθη κυανοϊώδη. Τα ανώτερα άνθη είναι άγονα. 
Ανθίζει την άνοιξη.
Ετυμολογία:
Muscari < μόσχος (σχετίζεται με το περσικό mushka = γεννητικός αδένας), ελαιώδες, έντονα αρωματικό υγρό που βγαίνει από τον γενετικό αδένα του ασιατικού ελαφιού «μόσχος ο μοσχοφόρος» (πρβ: μοσκοβολώ, μοσχοκάρυδο, μοσχοσάπουνο, μοσχοστάφυλο). Ίσως επειδή φυτά του γένους Muscari είναι πολύ αρωματικά.
comosum < coma (λατιν.) < κόμη (οι τρίχες της κεφαλής ==-> κομήτης, αυτός που έχει μακριά κόμη) = εύκομο.

Είναι το φυτό που δίνει τους αφροδισιακούς βολβούς, οι οποίοι μοιάζουν με κρεμμυδάκια. Οι βολβοί του έχουν πικρή γεύση και τρώγονται από την αρχαιότητα, γιατί θεωρούνται ότι έχουν ισχυρές αφροδισιακές και θεραπευτικές ιδιότητες. Ο Ιππποκράτης και ο Διοσκουρίδης χρησιμοποιούσαν τους βολβούς για πολλές ασθένειες. Την ίδια άποψη έχουν και οι σύγχρονοι Έλληνες που τρώνε τους βολβούς με τον αρχαίο τρόπο, δηλαδή ψημένους και αρτυμένους με ξύδι, όπως συνιστά ο Διοσκουρίδης.
Οι βολβοί συλλέγονται πριν την περίοδο του Πάσχα. Διατηρούνται στο ξύδι και αποθηκεύονται σε βάζα. Οι βολβοί του M. comosum αποτελούν, ειδικά στην Κρήτη, εξαιρετικό μεζέ με το όνομα σκορδουλάκοι.

Αρχαίες συμβουλές:
«Άριστοι βολβοί είναι οι βασιλικοί που έχουν κόκκινο χρώμα. Δεύτερης ποιότητας είναι οι λευκοί από τη Λιβύη. Χειρότεροι από όλους είναι οι αιγυπτιακοί». Αθήναιος
«Οι βολβοί ταιριάζουν με το τυρί, το μέλι, το κρεμμύδι και το ξύδι. Αν τους φας χωρίς αυτά, τότε είναι άθλιοι και πικροί». Φιλήμων

18/04/2005
.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2008

Ophrys phryganae - Οφρύς των φρυγάνων

Χώρα 28/03/2006 Chora

Η Οφρύς των φρυγάνων (Ophrys phryganae) στην Αμοργό λέγεται «ψείρα» από το σκούρο στόλισμα σε κίτρινο περίγραμμα που έχει το άνθος της. Είναι εύρωστο φυτό με υψηλό βλαστό, ο οποίος το κάνει να ξεχωρίζει μέσα από την ανοιξιάτικη βλάστηση σχηματίζοντας μεγάλες συστάδες, όπως φαίνεται στην φωτογραφία κάτω. Η ορχιδέα αυτή είναι πολύ κοινή σε όλα τα μέρη της Αμοργού. Παρά την επιστημονική της ονομασία (των φρυγάνων) την συναντούμε στις άκρες χωραφιών, ελαιώνες και παλιούς αγρούς, πολλές φορές μαζί με άλλες ορχιδέες (Op. iricolor, Op. ferrum), όπως φαίνεται στην τελευταία (τέταρτη) φωτογραφία. Ανθίζει από τον Μάρτιο.



Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008

Juniperus turbinata - φείδα

Δύο αρχαίες φίδες στην Καλοταρίτισσα - Κάτω Μεριά
06/04/2004

Μία δενδρώδης φίδα, ηλικίας πολλών αιώνων, στα Κατάπολα
 02/09/2006

Η Φοινική Άρκευθος ή αγριοκυπάρισσο ή φείδα (Juniperus phoenicea L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα, με εξαίρεση την βόρεια χώρα.
Τοπικό όνομα στην Αμοργό: φείδα (φίδα).
Βιότοπος: βραχώδεις και αμμώδεις, κυρίως παράκτιοι. ασβεστολιθικοί βιότοποι, σε υψόμετρα 0-600 μ.
Η φείδα έχει κορμό που διακλαδίζεται από τη βάση.
Φύλλα συνήθως λεπιοειδή.
Οι καρποί του είναι σφαιρικοί, πράσινοι και κατά την ωρίμανση καφεκόκκινοι.
Κατά μία τελευταία επιστημονική αναθεώρηση (Adams & al., 2013) η φείδα ανήκει στο είδος Juniperus turbinata Guss που εξαπλώνεται μέχρι την ΝΔ Ασία. Το είδος Juniperus phoenicea περιορίζεται σε Γαλλία και Ισπανία.
Είναι πολύ ανθεκτικό φυτό στο ξηροθερμικό περιβάλλον των Κυκλάδων.
Στην Αμοργό υπάρχει παντού, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τις κορυφές των βουνών, σε θαμνώδη και δενδρώδη μορφή. Για να εξελιχθεί σε δέντρο η φείδα χρειάζεται κλάδεμα και διάρκεια πολλών εκατοντάδων ετών.
Στο ψηλότερο βουνό της Αμοργού, στον Κρίκελο της Αιγιάλης, υπήρχε πολύ αρχαίο και πυκνό δάσος με φείδες και πουρνάρια αλλά το κατάστρεψε μια φωτιά που ξέσπασε το 1835 και κράτησε πολλές εβδομάδες. Σήμερα διασώζονται μερικές πανάρχαιες φείδες στον Κρίκελο σε πολύ απόκρημνα μέρη, που δεν τα έφτασε η μεγάλη φωτιά του 1835. Ίσως να είναι από τα αρχαιότερα δέντρα στο Αιγαίο.

Ετυμολογία:
Juniperus > junix δάμαλις (νεαρή αγελάδα που δεν έχει γεννήσεις) + pario γεννώ ==> για υποτιθέμενες ιδιότητες που ευνοούν τον τοκετό = Γιουνίπερος.
phoeníceus, a, um > φοινικιούς (σκουροκόκκινο χρώμα, όπως οι καρπόί του φοίνικα) ==> από το χρώμα των ώριμων καρπών της φείδας..

Συστάδα με θαμνώδεις φίδες
Κατάπολα - 01/08/2004

Συστάδα με θαμνώδεις φίδες
Κατάπολα - 01/08/2004

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2008

Lathyrus clymenum - λαθούρι

Κατάπολα 25/03/2007

Πολυετές φυτό, αναρριχώμενο, συγγενές με το κατσούνι που δίνει την περίφημη αμοργιανή φάβα. Φυτρώνει την άνοιξη σε ελαιώνες και αγρούς. Διατηρείται το αρχαίο όνομα «λάθυρος».