Οι φίλοι του μπλοκ
Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010
Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010
Pistacia lentiscus σχίνος
Ο σχίνος (Pistacia lentiscus L. 1753) είναι βασικό είδος της μεσογειακής θαμνώδους βλάστησης (μακίας, γκαρίγκ), με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα σε υψόμετρα 0-400 (-900) μ.
Κοινό όνομα: σχίνος (ο), σχίνο (το).
Τοπικό όνομα στην Αμοργό: σχινιά (η).
Ο σχίνος είναι αειθαλές, αρωματικό δέντρο ή θάμνος με ωραίο πράσινο φύλλωμα, πολύ κοινό στην ελληνική φύση. Τα φύλλα είναι σύνθετα με 2-5 ζεύγη ελλειψοειδή φυλλάρια, λεία στην πάνω, πιο θαμπά στην κάτω πλευρά. Φυτό δίοικο με θηλυκά άνθη κίτρινα και αρσενικά σκουροκόκκινα.
Καρποί μικροί, σφαιρικοί, κόκκινοι στην αρχή, μαύροι στην ωρίμανση.Το φθινόπωρο οι καρποί τους (το σχινικούκι) αποτελούν τροφή για τα κατσίκια, σε μιαν εποχή που η φυσική τροφή είναι λιγοστή.
Ανθίζει Μάρτιο - Απρίλιο
*** Η ποικιλία chia (P. Ientiscus var. chia), που ευδοκιμεί στην Χίο, είναι το δέντρο που δίνει την περίφημη μαστίχα
Τα μαστιχόδεντρα στην Χίο αποτελούν την καλλιεργημένη (με πολύ κόπο και εμπειρία) μορφή του σχίνου. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ακολουθώντας την συμβουλή του καθηγητή Θ. Ορφανίδη, το νεοσύστατο τότε ελληνικό κράτος έκανε μια προσπάθεια να εισαχθεί η μαστιχοκαλλιέργεια και στην Ελλάδα (τότε η Χίος ήταν εκτός ελληνικής επικράτειας). Έγιναν καλλιέργειες σε διάφορα μέρη και μόνο στην Αμοργό και την Αντίπαρο είχε επιτυχία η μετατροπή των σχίνων σε μαστιχόδενδρα. Η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε, γιατί από το 1912-13 η ελληνική επικράτεια υπερτριπλασιάστηκε και η Χίος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Ετυμολογία:
Pistacia > πιστάκη (ονομασία φυτού που χρησιμοποιεί ο Νίκανδρος το 200 π.Χ. - πιστάκιον, το φυστικί), πιθανό δάνειο από κάποια ανατολική γλώσσα - μάλλον από την περσική pistáh + «-ακ», ουρανικό επίθημα
lentiscus > η λατινική ονομασία για τον σχίνο.
Κοινό όνομα: σχίνος (ο), σχίνο (το).
Τοπικό όνομα στην Αμοργό: σχινιά (η).
Ο σχίνος είναι αειθαλές, αρωματικό δέντρο ή θάμνος με ωραίο πράσινο φύλλωμα, πολύ κοινό στην ελληνική φύση. Τα φύλλα είναι σύνθετα με 2-5 ζεύγη ελλειψοειδή φυλλάρια, λεία στην πάνω, πιο θαμπά στην κάτω πλευρά. Φυτό δίοικο με θηλυκά άνθη κίτρινα και αρσενικά σκουροκόκκινα.
Καρποί μικροί, σφαιρικοί, κόκκινοι στην αρχή, μαύροι στην ωρίμανση.Το φθινόπωρο οι καρποί τους (το σχινικούκι) αποτελούν τροφή για τα κατσίκια, σε μιαν εποχή που η φυσική τροφή είναι λιγοστή.
Ανθίζει Μάρτιο - Απρίλιο
*** Η ποικιλία chia (P. Ientiscus var. chia), που ευδοκιμεί στην Χίο, είναι το δέντρο που δίνει την περίφημη μαστίχα
Τα μαστιχόδεντρα στην Χίο αποτελούν την καλλιεργημένη (με πολύ κόπο και εμπειρία) μορφή του σχίνου. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ακολουθώντας την συμβουλή του καθηγητή Θ. Ορφανίδη, το νεοσύστατο τότε ελληνικό κράτος έκανε μια προσπάθεια να εισαχθεί η μαστιχοκαλλιέργεια και στην Ελλάδα (τότε η Χίος ήταν εκτός ελληνικής επικράτειας). Έγιναν καλλιέργειες σε διάφορα μέρη και μόνο στην Αμοργό και την Αντίπαρο είχε επιτυχία η μετατροπή των σχίνων σε μαστιχόδενδρα. Η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε, γιατί από το 1912-13 η ελληνική επικράτεια υπερτριπλασιάστηκε και η Χίος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Ετυμολογία:
Pistacia > πιστάκη (ονομασία φυτού που χρησιμοποιεί ο Νίκανδρος το 200 π.Χ. - πιστάκιον, το φυστικί), πιθανό δάνειο από κάποια ανατολική γλώσσα - μάλλον από την περσική pistáh + «-ακ», ουρανικό επίθημα
lentiscus > η λατινική ονομασία για τον σχίνο.
Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010
Arisarum vulgare
Το Αρίσαρον το κοινό (Arisarum vulgare O.Targ.Tozz. 1810) είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Τοπικό όνομα: λυχναράκι.
Πολυετής πόα, εύκολα αναγνωρίσιμη από το χαρακτηριστικό κυλινδρικό σχήμα της κιτρινοπράσινης σπάθης με τις κοκκινωπές ραβδώσεις. Ο σπάδικας είναι λεπτός, κυλινδρικός με κύρτωση στο χείλος της σπάθης. Φύλλα καρδιοειδή με μακρύ μίσχο.
Ανθίζει από τα τέλη φθινοπώρου σε πετρώδεις, δροσερές τοποθεσίες.
Ετυμολογία:
Arisarum > άρι (λίαν, πολύ - εξ ου και άριστος) +άρον = Αρίσαρον, φυτό που αναφέρει ο Διοσκουρίδης.
vulgaris, -e > vúlgus κοινός, ευρέως διαδεδομένος = κοινό.
«ἀρίσαρόν ἐστι βοτάνιον μικρόν, ῥίζαν ἔχον ὡς ἐλαίας· ἔστι δὲ δριμυτέρα τοῦ ἄρου, ὅθεν νομὰς ἵστησι καταπλασσομένη, κολλύριά τε πρὸς σύριγγας ἐνεργῆ ἐξ αὐτῆς γίνεται. φθείρει δὲ καὶ αἰδοῖον παντὸς ζῴου ἐντεθεῖσα ἡ ῥίζα.»
(Διοσκουρίδης)
Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010
Colchicum cupanii subsp. cupanii
Το Colchicum cupanii Guss. 1827, είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην δυτική, νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Βιότοπος: βραχώδεις και πετρώδεις θέσεις, ελαιώνες, λιβάδια και θέσεις με terra rossa, διάκενα δασών, ορεινά λιβάδια, σε υψόμετρα 0-700 (1400) μ.
Βολβώδες δηλητηριώδες φυτό. Βολβός 2 εκ. με εξωτερικούς χιτώνες σκούρους καφέ
Φύλλα 3 καλά αναπτυγμένα, επιμήκη, (και γλωσσοειδή), παρόντα κατά την άνθιση.
Περιάνθιο με λεπτό σωλήνα, υπόλευκο. Τέπαλα ρόδινα με σκουρότερες παράλληλες νευρώσεις. Ανθήρες καφέ-μοβ με κίτρινη γύρη
Ανθίζει τέλη Σεπτεμβρίου - αρχές Δεκεμβρίου.
Ετυμολογία:
Colchicum < Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
cupanii < προς τιμήν του Francesco Cupani (1657-1710), Ιταλού βοτανικού.
Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010
Cakile maritima
Το Cakile maritima (Scop. 1772) είναι ευρωμεσογειακό φυτό με μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: παραλίες με άμμο ή βότσαλα σε υψόμετρα 0- 100 μ.
Ετήσιο ή διετές φυτό, ελαφρά χυμώδες, μέτρια διακλαδισμένο.
Καρποί κεράτια.
Άνθη με πέταλα σε απαλό λιλά-μοβ.
Άνθιση: Μάρτιος - Σεπτέμβριος.
Ετυμολογία:
Cakile < Kakeleh το όνομα του φυτού στα αραβικά.
maritima < mare θάλασσα= παραθαλάσσια.
Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010
Pancratium maritimum
Το φθινόπωρο οι κάψες των «κρίνων της θάλασσας» (Pancratium maritimum) ανοίγουν και εμφανίζονται τα σπέρματά τους που είναι πανάλαφροι, μαύροι και μοιάζουν με κομμάτια κάρβουνων. Τα κύματα θα μεταφέρουν τα ελαφρά σπέρματα σε άλλες αμμουδιές, όπου θα φυτρώσουν και θα δώσουν νέα φυτά.
Το Pancratium maritimum, L. 1753, είναι ένα από τα ωραιότερα αγριολούλουδα και στολίζει τις αμμώδεις παραλίες κάθε καλοκαίρι.
Είναι πολυετής βολβόρριζη πόα με φύλλα μεγάλα, ταινιοειδή, μακρύτερα από το βλαστό, ήδη ξερά κατά την άνθιση με τα νέα να εμφανίζονται στις αρχές του χειμώνα.
Άνθη μεγάλα, χοανοειδή, 3-15 σε κάθε σκιάδιο, εύοσμα, λευκά. Ανθήρες κίτρινοι σε 6 μακρείς, λευκούς στήμονες.
Οι χαρακτηριστικοί ανάλαφροι καρποί μοιάζουν με κομμάτια κάρβουνο και επιπλέουν στη θάλασσα που τους διασπείρει στις ακτές.
Εϊναι μεσογειακό φυτό. Στην Ελλάδα εξαπλώνεται σε όλες τις αμμουδιές του Αιγαίου και του Ιονίου, αλλά με την τουριστική αξιοποίηση των παραλιών, οι πληθυσμοί του έχουν αρχίσει να εξασθενούν.
Ο κρίνος της θάλασσας ενώνει τη σημερινή με την προϊστορική φύση του Αιγαίου. Είναι πασίγνωστος από τις «μινωικές» εικονογραφήσεις της Κρήτης, κυρίως στο ανάκτορο της Κνωσού και από τις υστεροκυκλαδικές τοιχογραφίες της Σαντορίνης
Ετυμολογία:
Pancratium > παν (πας, πάσα) + κρατέω --> επειδή υπερνικά τις ακραίες συνθήκες του οικοτόπου του, (ξηρές και υφάλμυρες άμμοι) και παραμένει πάντα κραταιό.
maritimum > mare (λατιν.) θάλασσα = παραθαλάσσιο.
Το Pancratium maritimum, L. 1753, είναι ένα από τα ωραιότερα αγριολούλουδα και στολίζει τις αμμώδεις παραλίες κάθε καλοκαίρι.
Είναι πολυετής βολβόρριζη πόα με φύλλα μεγάλα, ταινιοειδή, μακρύτερα από το βλαστό, ήδη ξερά κατά την άνθιση με τα νέα να εμφανίζονται στις αρχές του χειμώνα.
Άνθη μεγάλα, χοανοειδή, 3-15 σε κάθε σκιάδιο, εύοσμα, λευκά. Ανθήρες κίτρινοι σε 6 μακρείς, λευκούς στήμονες.
Οι χαρακτηριστικοί ανάλαφροι καρποί μοιάζουν με κομμάτια κάρβουνο και επιπλέουν στη θάλασσα που τους διασπείρει στις ακτές.
Εϊναι μεσογειακό φυτό. Στην Ελλάδα εξαπλώνεται σε όλες τις αμμουδιές του Αιγαίου και του Ιονίου, αλλά με την τουριστική αξιοποίηση των παραλιών, οι πληθυσμοί του έχουν αρχίσει να εξασθενούν.
Ο κρίνος της θάλασσας ενώνει τη σημερινή με την προϊστορική φύση του Αιγαίου. Είναι πασίγνωστος από τις «μινωικές» εικονογραφήσεις της Κρήτης, κυρίως στο ανάκτορο της Κνωσού και από τις υστεροκυκλαδικές τοιχογραφίες της Σαντορίνης
Ετυμολογία:
Pancratium > παν (πας, πάσα) + κρατέω --> επειδή υπερνικά τις ακραίες συνθήκες του οικοτόπου του, (ξηρές και υφάλμυρες άμμοι) και παραμένει πάντα κραταιό.
maritimum > mare (λατιν.) θάλασσα = παραθαλάσσιο.
Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010
Mandragora officinarum
Ο μανδραγόρας (Mandragora officinarum L., 1753) είναι ένα ισχυρά δηλητηριώδες φυτό με πολλές ιστορίες στην μαγεία, την μυθολογία, την φαρμακευτική, την ιατρική και την γλωσσολογία. Είναι ένα φυτό κοινό στη Νότια Ελλάδα και τα νησιά.
Λαϊκό όνομα στην Αμοργό: βουδόγλωσσα, από το σχήμα των φύλλων του.
Φύεται σε πετρώδεις θέσεις και χέρσα χωράφια. Τα φύλλα είναι πολύ μεγάλα, μακρόστενα και σχηματίζουν ρόδακα. Από το κέντρο του ρόδακα αναπτύσσονται τα μικρά κυανάιώδη άνθη με εμφανείς νευρώσεις σαν φλέβες.
Οι καρποί του είναι κίτρινες ράγες σε σχήμα μικρού μήλου, ένα χαρακτηριστικό που οδήγησε τον Διοσκουρίδη να ονομάσει το φυτό «αντίμηλον». Το συναντάμε φυτρωμένο, ανθισμένο ή καρπισμένο στην μεγαλύτερη διάρκεια του έτους με εξαίρεση το καλοκαίρι.
Η ρίζα του μανδραγόρα είναι σαρκώδης, μεγάλη, κάθετη, διχαλωτή από ένα σημείο και ανθρωπόμορφη σύμφωνα με την λαϊκή παρατηρητικότητα. Με την χαρακτηριστική ανθρωπόμορφη ρίζα του πέρασε από τα πανάρχαια χρόνια στον χώρο της μαγείας.
Η ρίζα του μανδραγόρα περιέχει ατροπίνη, υοσκυαμίνη, σκοπολαμίνη, μανδραγορίνη που είναι ισχυρές κατευναστικές ουσίες. Έτσι θεωρείται από τα περισσότερο τοξικά φυτά της ελληνικής χλωρίδας. Έχει πολλές φαρμακευτικές ιδιότητες (είναι και ομοιοπαθητικό) αλλά δεν χρησιμοποιείται πολύ από την λαϊκή ιατρική (που είναι συνέχεια της αρχαίας) και για την ισχυρή τοξικότητά του αλλά και διότι το ξερίζωμά του έχει συνδεθεί με ένα σωρό δεισιδαιμονίες και μαγικές πρακτικές.
Ετυμολογία:
Mandragora > από το περσικό όνομα mardum guis (= φυτό του ανθρώπου), που πέρασε σε άλλες γλώσσες // από το όνομα κάποιου αρχαίου γιατρού, ο οποίος φαίνεται ότι έκανε εκτεταμένη χρήση του φυτού και είχε επιτυχίες
officinarum > offícina, μεσαιωνικό εργαστήριο για παρακευή φαρμάκων και αρωμάτων = φαρμακευτικό.
Λαϊκό όνομα στην Αμοργό: βουδόγλωσσα, από το σχήμα των φύλλων του.
Φύεται σε πετρώδεις θέσεις και χέρσα χωράφια. Τα φύλλα είναι πολύ μεγάλα, μακρόστενα και σχηματίζουν ρόδακα. Από το κέντρο του ρόδακα αναπτύσσονται τα μικρά κυανάιώδη άνθη με εμφανείς νευρώσεις σαν φλέβες.
Οι καρποί του είναι κίτρινες ράγες σε σχήμα μικρού μήλου, ένα χαρακτηριστικό που οδήγησε τον Διοσκουρίδη να ονομάσει το φυτό «αντίμηλον». Το συναντάμε φυτρωμένο, ανθισμένο ή καρπισμένο στην μεγαλύτερη διάρκεια του έτους με εξαίρεση το καλοκαίρι.
Η ρίζα του μανδραγόρα είναι σαρκώδης, μεγάλη, κάθετη, διχαλωτή από ένα σημείο και ανθρωπόμορφη σύμφωνα με την λαϊκή παρατηρητικότητα. Με την χαρακτηριστική ανθρωπόμορφη ρίζα του πέρασε από τα πανάρχαια χρόνια στον χώρο της μαγείας.
Η ρίζα του μανδραγόρα περιέχει ατροπίνη, υοσκυαμίνη, σκοπολαμίνη, μανδραγορίνη που είναι ισχυρές κατευναστικές ουσίες. Έτσι θεωρείται από τα περισσότερο τοξικά φυτά της ελληνικής χλωρίδας. Έχει πολλές φαρμακευτικές ιδιότητες (είναι και ομοιοπαθητικό) αλλά δεν χρησιμοποιείται πολύ από την λαϊκή ιατρική (που είναι συνέχεια της αρχαίας) και για την ισχυρή τοξικότητά του αλλά και διότι το ξερίζωμά του έχει συνδεθεί με ένα σωρό δεισιδαιμονίες και μαγικές πρακτικές.
Ετυμολογία:
Mandragora > από το περσικό όνομα mardum guis (= φυτό του ανθρώπου), που πέρασε σε άλλες γλώσσες // από το όνομα κάποιου αρχαίου γιατρού, ο οποίος φαίνεται ότι έκανε εκτεταμένη χρήση του φυτού και είχε επιτυχίες
officinarum > offícina, μεσαιωνικό εργαστήριο για παρακευή φαρμάκων και αρωμάτων = φαρμακευτικό.
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010
Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
