Οι φίλοι του μπλοκ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρκεσίνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρκεσίνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Μαΐου 2022

Verbascum adeliae

Αρκεσίνη 02/06/2017
φωτογραφίες Ελευθερία Πράσινου

Το Verbascum adeliae (Boiss. 1856) είναι ενδημικό φυτό των Κυκλάδων (Αμοργός, Νάξος, Ρήνεια, Άνδρος). Συλλέχτηκε στις 29 Ιουλίου 1844 στην Απείρανθο της Νάξου από τον Χελδράιχ (Heldreich) και περιγράφηκε το 1856 από τον Boissier.
Το 2020 ο Άρης Ζωγραφίδης περιέγραψε από την Απείρανθο το Verbascum xnaxense, ένα υβρίδιο των V. adeliae & V. sinuatum (και τα δύο φύονται στην Αμοργό.
Το Βερμπάσκο της Adelia είναι διετές φυτό ύψους 5-100 εκ.. Βλαστός ισχυρός με πολλές διακλαδώσεις στο πάνω μέρος. Φύλλα βάσης ακέραια ή λίγο πριονωτά.
Άνθη σε δέσμες ων 3-7. Άνθη κίτρινα.  Άνθιση: τέλη Απριλίου - Ιούνιος.
Φύεται σε όλη την Αμοργό σε υψόμετρα 0-300 μ. σε άκρες δρόμων ή αγρών, φρύγανα, βραχώδεις πλαγιές.

Ετυμολογία:
Verbascum < verbascum (λατιν.) φλόμος < ίσως από barba < barbáscum γενειάδα, από τις τρίχες στα φύλλα και τα άνθη.
adeliae < αφιερωμένος από τον Χελδράιχ στην φίλη του Adelia (γερμανικό γυναικείο όνομα).


Σάββατο 3 Απριλίου 2021

Buteo buteo

Αρκεσίνη 2008

Τρεις γερακίνες γυροπετάνε πάνω από την Κάτω Μεριά.
Η γερακίνα (Buteo buteo) είναι ημερόβιο μεσαίου μεγέθους αρπακτικό πουλί με εξάπλωση σε Ευρώπη, Ασία, Αφρική.
Είναι από τα μεγαλύτερα είδη των γερακιών (γερακίνες, γεράκια, κίρκοι, ξεφτέρια, σαΐνια, πετρίτες, κιρκινέζια) με μήκος κοντά στα 60 εκατοστά, άνοιγμα φτερών μέχρι και 1,3 μέτρα και βάρος μέχρι και 1,2 κιλά.
Ο βιότοπός της είναι μικρά δάση με γειτονικά λιβάδια, θαμνότοπους και καλλιέργειες.
Τρέφεται με μικρά θηλαστικά και κυρίως ποντίκια αλλά και με πουλιά, ερπετά, αμφίβια, ασπόνδυλα και νεκρά ζώα.
Ετυμολογία
Buteo < buteo (-onis) είδος γερακιού. Αρχαίο όνομα τρίορχος & τριόρχης).
Γερακίνα < γεράκων (μεσν) < ιεράκιον < ιέραξ (αρχ.).

«Τῶν δ' ἱεράκων κράτιστος μὲν ὁ τριόρχης, δεύτερος δ' ὁ αἰσάλων, τρίτος ὁ κίρκος…» (Αριστοτέλης)


 

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021

Gladiolus italicus

Αρκεσίνη 16/04/2019
φωτογραφία Ελευθερία Πράσινου

Ο Gladiolus italicus (Miller 1768), είναι ευρασιατικό φυτό, με πλατιά εξάπλωση στην Ελλάδα.
Ονομασία στην Αμοργό: τσαλαπετεινός. 
Βιότοπος: καλλιεργημένα και ακαλλιέργητα χωράφια, ελαιώνες, λιβάδια, σε υψόμετρα 0-700 (-1200) μ.
Πολυετές γεώφυτο. Ο ισχυρός βλαστός του που φύεται από βολβό φτάνει τα 80 εκ.
Έχει 3-5 φύλλα, λίγο κοντύτερα από τον βλαστό, με πλάτος μέχρι 2 εκ. Δεν είναι τυχαίο ότι η λατινική και η κοινή ελληνική ονομασία συμπίπτουν από το σχήμα των φύλλων.
Άνθη ρόδινα, μέχρι 10, σε σταχυόμορφη ταξιανθία.
Ανθίζει Μάρτιο - αρχές Ιουνίου.
Ετυμολογία:
Gladiolus < gladius μάχαιρα > gladiolus ξιφίδιο ==> το όνομα χρησιμοποιείται για το φυτό από τον Πλίνιο για το σχήμα των φύλλων.
italicus < Italia Ιταλία = ιταλικός

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2021

Leontice leontopetalum - Λεοντική η λεοντοπέταλη

φωτογραφία Ελευθερία Πράσινου

Αρκεσίνη 07/03/2017

Πολυετές κονδυλώδες φυτό.  Θεωρείται ζιζάνιο των χωραφιών με δημητριακά αλλά, με την εγκατάλειψη των χωραφιών και τον μεγάλη μείωση της αρόσιμης γης στην Ελλάδα, έχει περιοριστεί τόσο πολύ ώστε να είναι σπάνιο. Γι' αυτό και μπήκε στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «τρωτό» (VU).
 Άνθη: Κίτρινα, με 6 πέταλα, σε σύνθετη πυραμιδοειδή ταξιανθία. Καρποί διογκωμένοι. Άνθιση: Φεβρουάριος μέχρι μέσα Απριλίου.
Στις Κυκλάδες αναφέρεται πρόσφατα (μετά το 1970) από Αμοργό (δύο θέσεις), νότια Νάξο, Φολέγανδρο και Αστυπάλαια. Πριν το 1970 αναφέρονται θέσεις από Άνδρο, Τήνο, Σύρο, Αστυπάλαια αλλά ύστερα από 50 χρόνια μπορεί να μην ισχύουν.
 Ετυμολογία
 Leontice < λέων
 leontopetalum < λέων + πέταλον (αλόγου). Το όνομα αναφέρεται στα φύλλα, που μοιάζουν με το αποτύπωμα του πέλματος ενός λιονταριού. Φυτό με ονομασία «λεοντοπέταλον» αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη.

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2018

Anemone pavonina

Αρκεσίνη

Η Anemone pavonina, Lam. 1783, είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα, εκτός της Κρήτης όπου υοάρχει η Anemone hortensis.
Συνώνυμο: Anemone hortensis subsp. pavonina (Lam.) Arcang.
Βιότοπος: φρύγανα, αγροί, λιβάδια, σε υψόμετρα 0-800 (-1500) μ.
Φύλλα παρόμοια με αυτά της A. hortensis, ακέραια ή τρίλοβα, λογχοειδή, τα κατώτερα βαθιά παλαμόλοβα με έντονα οδοντωτούς λοβούς.
Πέταλα 7-12 συνήθως κόκκινα με λευκή βάση με αποτέλεσμα ένα πολύ εντυπωσιακό άνθος. Στη Νότια Ελλάδα απαντάται με άνθη ρόδινα ή ιώδη. Ανθήρες κυανοιώδεις.
Ανθίζει Μάρτιο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Anemone > ανεμώνη > άνεμος ==> από την ευκολία που κινούνται οι μίσχοι στον άνεμο ή για την τυπική ανεμοφιλική διάδοση αυτού του γένους.
pavonina > pavus pavonis παγώνι, ταώς ==> για ένα κίτρινο σημείο στη βάση των πετάλων που θυμίζει το μάτι του παγωνιού.


Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2018

Moraea sisyrinchium

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Moraea sisyrinchium (L.) Ker Gawl. 1804, είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Βιότοπος: φρύγανα, ξηρά λιβάδια, ελαιώνες, βραχώδεις περιοχές, σε υψόμετρα 0-600 (-1100) μ.
Συνώνυμο: Gynandriris sisyrinchium (L.) Parl. 1854
Πολυετές γεώφυτο.
Βλαστοί όρθιοι με 1-6 άνθη.
Φύλλα βελονοειδή, αυλακωτά με μήκος έως 50 εκ.
Άνθη γαλάζια, με διάμετρο έως 5 εκ. και μικρή διάρκεια ζωής. Τα εξωτερικά τμήματα του περιανθίου φέρουν λευκή κηλίδα με ιώδη στίγματα
Ανθίζει Φεβρουάριο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Moraea > το 1758 ο Σκωτσέζος βοτανικός Philip Miller αφιέρωσε το όνομα του γένους Morea στον Robert More (1703-1780), Άγγλο ερασιτέχνη βοτανικό. Όμως ο Λινναίος (Linnaeus) αργότερα άλλαξε το όνομα σε Moraea, συσχετίζοντάς το με το επώνυμο του πεθερού του Johan Moraeus.
sisyrinchium  > σισυρίγχιoν, όνομα φυτού με γλυκό βολβό που αναφέρεται από τον Θεόφραστο.
Gynandriris > γυνή + ανήρ ανδρός ==> επειδή τα θηλυκά και αρσενικά αναπαραγωγικά όργανα του φυτού είναι ενωμένα.

«ἴδιον δὲ τοῦ σισυριγχίου τὸ τῆς ῥίζης αὐξάνεσθαι τὸ κάτω πρῶτον, ὃ καλοῦσι...»
Θεόφραστος


Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017

Allium trifoliatum

Αρκεσίνη 23/03/2006

Το Allium trifoliatum Cirillo 1972 είναι μεσογειακό βολβώδες φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα, εκτός Κτης ΒΔ χώρας.
Βιότοπος: ελαιώνες, αρχαιολογικοί χώροι, εποχιακά λιμνία σε παράκτιες περιοχές, σε υψόμετρα 0-500 (-900) μ.
Φύλλα γλιστερά, στρογγυλά, αραιά τριχωτά.
Άνθη έως 10 χιλ., λευκά, με ρόδινο μεσαίο νεύρο.
Σκιάδιο έως 4 εκ.

Ετυμολογία:
Allium > allium (λατιν. Πλίνιος) > άγλις, -ίθος, η κεφαλή ή σκελίδα σκόρδου (σύμφωνα με τον Ottorino Pianigiani, 1845-1926, Ιταλό δικαστή, πολιτικό και γλωσσολόγο.
trifoliatum > tri τρις + folium φύλλο



Αρκεσίνη 29/03/2007

Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Orobanche rubescens


Η Οροβάγχη η χνουδωτή (Orobanche pubescens, d' Urv. 1822 και συνώνυμο Orobanche versicolor (= με μεταβαλλόμενο χρώμα) είναι μεσογειακό είδος που παρασιτεί στις ρίζες φυτών των οικογενειών Apiaceae και Asteraceae. Έχει ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα, σε ανοιχτά ενδαιτήματα σε υψόμετρα μέχρι 2000 μέτρα. Ανθίζει την άνοιξη.
Ετυμολογία:
Orobanche > Οροβάγχη > οροβός (βίκος) + Άν-χω > άγχω (πνίγω)
pubescens > pubes -is (εφηβαίο) = χνουδωτός
versicolor > vérso γυρίζω & cólor χρώμα = με μεταβαλλόμενο χρώμα, πολύχρωμο.




Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Orchis anatolica

Δονούσα 04/03/2013
photo (c) Δαυΐδ Κουτσογιαννόπουλος

Η Orchis anatolica, Boiss. 1844, είναι ορχιδέα της Ανατολικής Μεσογείου. Περιγράφτηκε από την Καρία της
Μικράς Ασίας. Έχει ευρεία εξάπλωση στην Κρήτη, τις Κυκλάδες και το ανατολικό Αιγαίο.
Άνθη μεγάλα, με αραιή διάταξη και χρώμα από κόκκινο μέχρι άσπρο. Το μεσαίο τμήμα του χείλους έχει σκουροκόκκινες σειρές κουκκίδων.
Βλαστός στο πάνω τμήμα του με έντονη κόκκινη χροιά. Φύλλα ανοιχτοπράσινα
Φύεται σε πετρώδεις πλαγιές, αραιούς φρυγανότοπους και ανοιχτό περιβάλλον
Ανθίζει από τα τέλη Μαρτίου.

Ετυμολογία:
Orchis > Όρχις (αρσενικού γένους), φυτό με δύο κονδύλους σε σχήμα όρχεων που αναφέρει ο Διοσκουρίδης // ο όρχις (<ορχίδιον < αρχίδι)
anatolica > Anatolia, η μη ευρωπαϊκή Τουρκία > ανατολή = ανατολίτικη.



Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Astragalus spruneri

Κατάπολα 31/03/2007 Άγιος Παντελεήμονας


Ο Αστράγαλος του Σπρούνερ (Astragalus spruneri Boiss. 1843) είναι βαλκανικό φυτό, με εξάπλωση στην Βόρεια Ελλάδα, το Αιγαίο, την Πελοπόννησο, της Εύβοια και την Στερεά Ελλάδα.
Στην Αμοργό αναφέρεται από τα Κατάπολα, την Αρκεσίνη και την νησίδα Γραμβούσα. Φύεται επίσης σε αρκετές θέσεις στην Ηρακλειά, ενώ αναφέρεται και από την Δονούσα, τις νησίδες Μάκαρες κοντά στην Δονούσα και το Πάνω Κουφονήσι.
Βιότοπος: βραχώδεις θέσεις, φρύγανα, διάκενα κωνοφόρων δασών, σε υψόμετρα 0-750 μ..
Πολυετής πόα, σχεδόν χωρίς βλαστό.
Φϋλλα τριχωτά. Φυλλάρια ωοειδή. Παράφυλλα τριγωνικώς λογχοειδή.
Ταξιανθίες σε κεφαλιόμορφους βότρεις με 3-10 άνθη κοκκινωπά-ρόδινα. Βράκτια προμήκη,  μικρά. Κάλυκας με πυκνό τρίχωμα και δόντια δις μικρότερα του σωλήνα. Πέτασος διπλάσιος του κάλυκα και πτέρυγες σπαθοειδείς, ακέραιες.
Καρπός χέδρωπας προμήκης, ροπαλοειδής ή κυρτός, τραχύς.
Ανθίζει Μάρτιο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Astragalus > αστράγαλος (φυτό που αναφέρει ο Διοσκουρίδης) > αστήρ + γάλα ==> από το χρώμα και το σχήμα των ανθέων - οι αρχαίοι πίστευαν ότι η βρώση του φυτού αυξάνει το γάλα των κατσικιών.
spruneri > αφιερωμένος στον Βαυαρό βοτανικό Wilhelm von Spuner (1805-1874).


Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Orchis anatolica

Αμοργός 16/03/2012
photo (c) Yiannis Gavalas Γιάννης Γαβαλάς

Η Orchis anatolica, Boiss. 1844, είναι ορχιδέα της Ανατολικής Μεσογείου. Περιγράφτηκε από την Καρία της
Μικράς Ασίας. Έχει ευρεία εξάπλωση στην Κρήτη, τις Κυκλάδες και το ανατολικό Αιγαίο.
Άνθη μεγάλα, με αραιή διάταξη και χρώμα από κόκκινο μέχρι άσπρο. Το μεσαίο τμήμα του χείλους έχει σκουροκόκκινες σειρές κουκκίδων.
Βλαστός στο πάνω τμήμα του με έντονη κόκκινη χροιά. Φύλλα ανοιχτοπράσινα
Φύεται σε πετρώδεις πλαγιές, αραιούς φρυγανότοπους και ανοιχτό περιβάλλον
Ανθίζει από τα τέλη Μαρτίου.

Ετυμολογία:
Orchis > Όρχις (αρσενικού γένους), φυτό με δύο κονδύλους σε σχήμα όρχεων που αναφέρει ο Διοσκουρίδης // ο όρχις (<ορχίδιον < αρχίδι)
anatolica > Anatolia, η μη ευρωπαϊκή Τουρκία > ανατολή = ανατολίτικη.



Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Clematis cirrhosa L. - Κληματίς η βοστρυχώδης

Αρκεσίνη (Κάτω Μεριά) 11/12/2005

Η Κληματίδα η βοστρυχώδης (Clematis cirrhosa, L. 1753), είναι μεσογειακό φυτό. Έχει ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα με εξαίρεση την βορειοδυτική χώρα.
Είναι αειθαλής, αναρριχώμενος θάμνος με ξυλώδεις βλαστούς.
Φύλλα απλά, 2,5-5 εκ., λεία, πριονωτά, τρίλοβα ή πτεροχιδή, με οδοντωτά φυλλάρια. .
Βιότοπος: φράχτες, ζώνη μεσογειακής μακκίας, σε υψόμετρα 0-600 (-1000) μ.
Τα πενταμερή, κωδωνοειδή, χνουδωτά, κρεμαστά, λευκοκίτρινα άνθη φύονται στους βλαστούς του προηγούμενου έτους.
Ανθίζει φθινόπωρο και χειμώνα και συχνά τα άνθη είναι τόσα πολλά που σκεπάζουν το φυτό. Στην ωρίμανση πλήθος αχαίνια δίνουν την εντύπωση λευκής κόμης.

Ετυμολογία:
Clematis > κλήμα, κλήματος (κλάδος αμπέλου, κληματόβεργα) = Κληματίς.
cirrhosa > cirrus, η έλικα του κλήματος, βόστρυχος (πλεξίδα-μπούκλα μαλλιών) = βοστρυχώδης
.


 Ηρακλειά 25/11/2011
φωτογραφία Γιάννης Γαβαλάς

Αγία Αικατερίνη (Χώρα), 16/12/2005
Αρκεσίνη (Κάτω Μεριά) 11/12/2005

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Silene cretica

Αρκεσίνη 29/03/2007

Η Σιληνή η κρητική (Silene cretica L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα, εκτός από την Ήπειρο και την ΒΔ Μακεδονία.
Βιότοπος: ακαλλιέργητα χωράφια, πετρώδεις περιοχές.
Λεπτόκλαδο, λίγο διακλαδισμένο, μονοετές φυτό με τα κατώτερα φύλλα επιμήκη, αντωοειδή και τα ανώτερα γραμμοειδή, μυτερά.
Κάλυκας λείος, πιο στενός στα χείλη με πράσινες ραβδώσεις. Πέταλα ρόδινα, διαιρεμένα σε δυο λοβούς.
Ανθίζει από τα τέλη Μαρτίου.
Ετυμολογία:
Silene < Silenus (λατιν.) < Σειληνός = Σιληνή.
cretica < Κρήτη.

Χώρα 08/04/2007




Τρίτη 9 Μαρτίου 2010

Allium roseum

Αρκεσίνη 11/04/2007

Το γεώφυτο Άλλιο το ρόδινο (Allium roseum, L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Αυτό το πολύ όμορφο αγρισόσκορδο έχει 2-5 φύλλα αυλακωτά, λεία, ελαφρά οδοντωτά. 

Σκιάδιο ημισφαιρικό μέχρι 7εκ. με πολλά (μέχρι 30) ροζ άνθη σε κοντούς ποδίσκους. Οι στήμονες κοντύτεροι από τα τέπαλα. 
Φύεται σε καλλιέργειες, όρια αγρών, ξέφωτα δασών, λιβάδια. 
Ανθίζει από τον Μάρτιο.
 

Ετυμολογία:
Allium > αllium (λατιν. Πλίνιος) > άγλις, -ίθος, η κεφαλή ή σκελίδα σκόρδου (σύμφωνα με τον Ottorino Pianigiani, 1845-1926, Ιταλό δικαστή, πολιτικό και γλωσσολόγο).
roseum > rosa ( > ρόδο), τριαντάφυλο = ροδόχρωμο, ρόδινο, ροζ.
.



Ηρακλειά 27/03/2007
photo (c) Γιάννης Γαβαλάς



 

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

Pieris brassicae

Αρκεσίνη 29/03/2007 Κάτω Μεριά

Πεταλούδα τους είδους Pieris brassicae σε γαϊδουράγκαθο του είδους Notobasis syriaca.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

Moraea sisyrinchium (Gynandriris sisyrinchium)

Αγία Τριάδα 23/03/2006

Η Moraea sisyrinchium (L.) Ker Gawl. 1804, είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Βιότοπος: φρύγανα, ξηρά λιβάδια, ελαιώνες, βραχώδεις περιοχές, σε υψόμετρα 0-600 (-1100) μ.
Συνώνυμο: Gynandriris sisyrinchium (L.) Parl. 1854
Πολυετές γεώφυτο.
Βλαστοί όρθιοι με 1-6 άνθη.
Φύλλα βελονοειδή, αυλακωτά με μήκος έως 50 εκ.
Άνθη γαλάζια, με διάμετρο έως 5 εκ. και μικρή διάρκεια ζωής. Τα εξωτερικά τμήματα του περιανθίου φέρουν λευκή κηλίδα με ιώδη στίγματα
Ανθίζει Φεβρουάριο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Moraea > το 1758 ο Σκωτσέζος βοτανικός Philip Miller αφιέρωσε το όνομα του γένους Morea στον Robert More (1703-1780), Άγγλο ερασιτέχνη βοτανικό. Όμως ο Λινναίος (Linnaeus) αργότερα άλλαξε το όνομα σε Moraea, συσχετίζοντάς το με το επώνυμο του πεθερού του Johan Moraeus.
sisyrinchium  > σισυρίγχιoν, όνομα φυτού με γλυκό βολβό που αναφέρεται από τον Θεόφραστο.
Gynandriris > γυνή + ανήρ ανδρός ==> επειδή τα θηλυκά και αρσενικά αναπαραγωγικά όργανα του φυτού είναι ενωμένα.

«ἴδιον δὲ τοῦ σισυριγχίου τὸ τῆς ῥίζης αὐξάνεσθαι τὸ κάτω πρῶτον, ὃ καλοῦσι...»
Θεόφραστος


Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Ornithogalum nutans

Αρκεσίνη 23/03/2006

Το Ορνιθόγαλο το νεύον (Ornithogalum nutans L. 1753) είναι φυτό των Βαλκανίων και της Ανατολίας. Από τα πιο κομψά ορνιθόγαλα διακρίνεται από τα κωδωνοειδή, κατανεύοντα άνθη του, που κινούνται από τον άνεμο, χαρακτηριστικό που έδωσε και το όνομα στο φυτό. Φύλλα ταινιοειδή, αυλακωτά, στο μήκος του βλαστού. Τέπαλα μέχρι 3εκ. με χαρακτηριστική ασημοπράσινη χροιά που διαφέρει από αυτή των υπόλοιπων ειδών. Σε αγρούς και φρύγανα, συνήθως στην ορεινή ζώνη. Ανθίζει την άνοιξη.

Ετυμολογία:
Ornithogalum > Όρνις (πτηνό,  όρνιθα, κόττα) + γάλα. Αναφέρεται στην φράση «και του πουλιού το γάλα», λόγω του λευκού χρώματος των τεπάλων του.
nutans > nuto > nutare, νεύω = νεύον (κρεμαστό, κύπτον). Το όνομά του αναφέρεται στην κίνηση των ανθέων και των βλαστών στις πνοές του ανέμου.


Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

Pistacia lentiscus μαστιχόδεντρο

Αρκεσίνη 23/04/2005 


Ο σχίνος (Pistacia lentiscus L. 1753) είναι βασικό είδος της μεσογειακής θαμνώδους βλάστησης (μακίας, γκαρίγκ), με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα σε υψόμετρα 0-400 (-900) μ.
Κοινό όνομα: σχίνος (ο), σχίνο (το).
Τοπικό όνομα στην Αμοργό: σχινιά (η).
Ο σχίνος είναι αειθαλές, αρωματικό δέντρο ή θάμνος με ωραίο πράσινο φύλλωμα, πολύ κοινό στην ελληνική φύση. Τα φύλλα είναι σύνθετα με 2-5 ζεύγη ελλειψοειδή φυλλάρια, λεία στην πάνω, πιο θαμπά στην κάτω πλευρά. Φυτό δίοικο με θηλυκά άνθη κίτρινα και αρσενικά σκουροκόκκινα.
Καρποί μικροί, σφαιρικοί, κόκκινοι στην αρχή, μαύροι στην ωρίμανση.Το φθινόπωρο οι καρποί τους (το σχινικούκι) αποτελούν τροφή για τα κατσίκια, σε μιαν εποχή που η φυσική τροφή είναι λιγοστή.
Ανθίζει Μάρτιο - Απρίλιο

*** Η ποικιλία chia (P. Ientiscus var. chia), που ευδοκιμεί στην Χίο, είναι το δέντρο που δίνει την περίφημη μαστίχα
Τα μαστιχόδεντρα στην Χίο αποτελούν την καλλιεργημένη (με πολύ κόπο και εμπειρία) μορφή του σχίνου. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ακολουθώντας την συμβουλή του καθηγητή Θ. Ορφανίδη, το νεοσύστατο τότε ελληνικό κράτος έκανε μια προσπάθεια να εισαχθεί η μαστιχοκαλλιέργεια και στην Ελλάδα (τότε η Χίος ήταν εκτός ελληνικής επικράτειας). Έγιναν καλλιέργειες σε διάφορα μέρη και μόνο στην Αμοργό και την Αντίπαρο είχε επιτυχία η μετατροπή των σχίνων σε μαστιχόδενδρα. Η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε, γιατί από το 1912-13 η ελληνική επικράτεια υπερτριπλασιάστηκε και η Χίος ενώθηκε με την Ελλάδα.

Ετυμολογία:
Pistacia > πιστάκη (ονομασία φυτού που χρησιμοποιεί ο Νίκανδρος το 200 π.Χ. - πιστάκιον, το φυστικί), πιθανό δάνειο από κάποια ανατολική γλώσσα - μάλλον από την περσική pistáh + «-ακ», ουρανικό επίθημα
lentiscus > η λατινική ονομασία για τον σχίνο.