Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 8 Νοέμβριος 2007

Anacamptis pyramidalis / ορχιδέα Ανακαμπτίς η πυραμοειδής - «σαλέπι»

Άγιος Παντελεήμονας Καταπόλων
17/04/2006


Πολύ κοινή είναι αυτή η ορχιδέα στην Αμοργό. Ο Πιερ Ντελφόρζ στην έρευνα που έκανε στην Αμοργό τον Απρίλιο του 1997 εντόπισε 35 θέσεις σε όλες τις περιοχές του νησιού και σε όλα τα υψόμετρα με Anacamptis pyramidalis var. brachystachys. Κοινή επίσης είναι στην Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και τις άλλες Κυκλάδες.

Ο Ζήσης Αντωνόπουλος (Θεσσαλονίκη) στον ιστότοπό του για τις ελληνικές ορχιδέες σημειώνει:

Anacamptis pyramidalis
(LINNAEUS) L.C.M. RICHARD, 1753
Μοναδικός εκπρόσωπος του γένους της, η Anacamptis pyramidalis συναντάται σε όλη την Ελλάδα και σε πολλά διαφορετικά ενδιαιτήματα. Επικονιάζεται με έναν ιδιαίτερο μηχανισμό από ημερόβιες και νυκτόβιες πεταλούδες και για αυτό υβριδίζεται πολύ σπάνια. Ανθίζει από Απρίλιο ως Ιούλιο.


Η Anacamptis pyramidalis είναι ψηλό φυτό με άνθη ροδοκόκκινα έως λευκά, σε ταξιανθία με χαρακτηριστική πυραμιδοειδή μορφή. Ξεχωρίζει εύκολα και δεν είναι δυνατόν να μπερδευτεί με άλλες ορχιδέες.

Στην Αμοργό (όπως και στην Σύρο) η Anacamptis pyramidalis ονομάζεται «σαλέπι». Οι φωτογραφίες αυτού του ποστ προέρχονται από δύο θέσεις των Καταπόλων: Από τον παραθαλάσσιο 'Αγιο Παντελεήμονα και από τον Γυαλινά, δίπλα στο μονοπάτι Χώρας-Καταπόλων. Τα φυτά ανθούσαν σε φρυγανότοπους και μέσα από αστιβές.

Πηγές:
* Pierre Delforge "Les Orchidees de l' ile d'Amorgos", εκδ.Les Naturalistes belges, 1997, 78, 3 - spescial «Orchidees» No 10: 103-152
* Κωνσταντίνου Κατταγά «Φυτά των Κυκλάδων - Οι Κυκλάδες που αγνοούμε, η Σύρος που δεν βλέπουμε». εκδ. Anima Studios, Σύρος 2007
* Horst & Gisela Kretzschmar - Wolfgang Eccarius «Ορχιδέες - Κρήτη & Δωδεκάνησα. Τα ορχεοειδή της Κρήτης, της Κάσου, της Καρπάθου και της Ρόδου»,εκδόσεις Mediterraneo, Ρέθυμνο 2004


Άγιος Παντελεήμονας Καταπόλων
17/04/2006
Άγιος Παντελεήμονας Καταπόλων
17/04/2006
Γυαλινάς, δίπλα στο μονοπάτι Χώρας-Καταπόλων
18/04/2006

Γυαλινάς, δίπλα στο μονοπάτι Χώρας-Καταπόλων
18/04/2006
Γυαλινάς, δίπλα στο μονοπάτι Χώρας-Καταπόλων
18/04/2006

Δευτέρα, 16 Ιούλιος 2007

Scolymus hispanicus / Σκόλυμος ο ισπανικός (ασκόλυμπρας)

Αρχαία Μινώα - 12/04/2007

Παρά τον επιστημονικό χαρακτηρισμό του ως «ισπανικός», ο σκόλυμος είναι ένα κοινό αγκάθι στην Ελλάδα, πολύ γνωστό ήδη από την αρχαιότητα για φαρμακολογικές και άλλες χρήσεις.
Ο σκόλυμος ο ισπανικός (Scolymus hispanicus L) διατηρεί στην Αμοργό, όπως και σε άλλα νησιά, το αρχαίο του όνομα (σκόλυμος) ελαφρά παρεφθαρμένο σε «ασκόλυμπρα». Πρόκειται για μονετή πόα με διακλαδωμένους, πτερυγωτούς βλαστούς, πολύ αγκαθωτούς. Φύλλα πτερόλοβα με λοβούς αγκαθωτούς και λευκές νευρώσεις. Κεφάλια μασχαλιαία με αγκαθωτά βράκτια και ανθίδια γλωσσοειδή, κίτρινα. Τον συναντάμε σε χέρσες τοποθεσίες, από την θάλασσα μέχρι την ημιορεινή ζώνη. Ανθίζει από τον Μάϊο μέχρι τον Σεπτέμβριο.
Ο ασκόλυμπρος φυτρώνει τον χειμώνα και από τον Ιανουάριο οι ρίζες (και οι τρυφεροί βλαστοί) του είναι βρώσιμες. Ο Διοσκουρίδης αναφέρει ότι ο σκόλυμος είναι «πόα αρτιφυής ούσα λαχανεύεται ώσπερ ασπάραγος». Οι ρίζες του γίνονται βραστές και πηγαίνουν πολύ καλά με το ριζότο. Οι αρχαίοι υποστήριζαν (Διοσκουρίδης, Πλίνιος) ότι η ρίζα του σκόλυμου (ασκόλυμπρου) έχει αποσμητικές ιδιότητες.
-------------
Πηγές:

* Βαγγέλη Παπιομύτογλου «Αγριολούλουδα της Κρήτης», εκδόσεις Mediterraneo, Ρέθυμνο 2006.
* Χέλμουτ Μπάουμαν «Η ελληνική χλωρίδα στο μύθο, στην τέχνη, στη λογοτεχνία». εκδ. Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσεως, Αθήνα 1993
* Π. Γ. Γενναδίου «Λεξικόν Φυτολογικόν», Αθήναι 1914, ανατύπωση εκδ. Δαμιανός 1986

Τετάρτη, 11 Ιούλιος 2007

Ferula communis / Φερούλα η κοινή (νάρθηκας - άρτηκας)

Αρκεσίνη - Κάτω Μεριά, 06/04/2004

Η Ferula communis (Φερούλα η κοινή), ο άρτηκας όπως λέγεται στην Αμοργό, είναι ένα ξεχωριστό φυτό ήδη από την αρχαιότητα. Το σαρκώδες περιεχόμενο των βλαστών του καίγεται πολύ αργά και γι' αυτό τον λόγο οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τους ξεραμένους βλαστούς του σαν πυρσούς. Με έναν τέτοιο πυρσό, όπως θέλει η μυθολογία, παρέδωσε ο Προμηθέας στους ανθρώπους την φωτιά. Οι Μαινάδες παριστάνονται, σε πλήθος αγγειογραφιών που εικονίζουν διονυσιακές γιορτές, να κρατάνε ένα ραβδί από άρτηκα που στην κορυφή του είναι βαλμένο ένα κουκουνάρι. Αυτό το τελετουργικό όργανο λεγόταν «θύρσος».
Μάρμαρα - Κατάπολα, 10/08/2004

Το καλοκαίρι ο άρτηκας παρουσιάζει την εικόνα που φαίνεται στην φωτογραφία πάνω. Στην Αμοργό παλιά χρησιμοποιούσαν τους ξεραμένους βλαστούς, οι οποίοι είναι πολύ ελαφροί αλλά ταυτόχρονα και πολλοί ανθεκτικοί, για να κατασκευάζουν σκαμνιά και χαμηλά καθίσματα. Επίσης τους χρησιμοποιούσαν στα ιστιοφόρα για να διατηρούν την φωτιά. Στην Αμοργό το φυτό διατηρεί το αρχαίο του όνομα «νάρθηκας» ελαφρά παρεφθαρμένο ως «άρτηκας».
Δεκάδες άρτηκες στο Βουνί της Χώρας, 07/04/2004


Ο άρτηκας (Ferula communis) είναι πολυετές φυτό, συγγενές με το άγριο καρότο, τον μάραθο, το κώνειο, κλπ. Έχει μεγάλο, χοντρό και πολύ ελαφρύ βλαστό. Τα φύλλα του είναι πτεροσχιδή και μοιάζουν με του μάραθου. Μπορεί να φτάσει σε ύψος και τα 4 μέτρα. Τα κίτρινα άνθη του είναι σε επάκρια, σφαιρικά σκιάδια, που φέρουν μέχρι 40 ακτίνες. Στην Αμοργό βρίσκεται παντού αλλά σε μεγάλους αριθμούς συναντάται σε παλιά χωράφια στην Αρκεσίνη της Κάτω Μεριάς και στην Χώρα. Βλασταίνει από τα μέσα Φεβρουαρίου και ανθίζει την άνοιξη.

Άνθος άρτηκα. Αρκεσίνη - Κάτω Μεριά, 29/03/2007


Άρτηκας με φόντο την Χώρα, 05/04/2004

Άρτηκας έξω από τον φούρνο της Χώρας, 07/04/2004

Άρτηκας στην Αρκεσίνη με φόντο μια συστάδα με σχίνους, 29/03/2007

Δευτέρα, 2 Ιούλιος 2007

Asphodelus aestivus / Ασφόδελος


Ο ασφόδελος ο θερινός (Asphodelus aestivus) είναι πολύ κοινό είδος στα νησιά και την νότια Ελλάδα και γενικά σε όλες τις ξηροθερμικές περιοχές. Συναντάται σε εντελώς άγονες και και πετρώδεις τοποθεσίες, συχνά σε μεγάλους πληθυσμούς.

Η παρουσία μεγάλου αριθμού ασφόδελων σε μία περιοχή στην πραγματικότητα μας δείχνει ότι η περιοχή αυτή βρίσκεται ένα στάδιο πριν την ερημοποίηση. Αυτό συμβαίνει σε αρκετά μέρη στην Αμοργό, όπως και σε όλα τα νησιά και την Κρήτη. Τα μέρη αυτά είναι καταταλεπωρημένα από τις πυρκαγιές, την υπερβόσκηση (από κατσίκια κυρίως) και από την διάβρωση. Η αναφορά στον ασφόδελο, που ανθίζει την άνοιξη (παρά το επιστημονικό προσωνύμιο "θερινός) γίνεται τώρα, με αφορμή τις μεγάλες φωτιές που ξέσπασαν αυτές τις μέρες στην κεντρική και νότια Ελλάδα και κυρίως στην Πάρνηθα. Με την ευχή να μην αρχίζει να αυξάνεται ο αριθμός των ασφόδελων στις καμένες περιοχές, γιατί τότε...

Ο Ασφόδελος aestivus είναι φυτό βολβώδες, πολυετές με βλαστό κυλινδρικό, κούφιο, διακλαδισμένο στην κορυφή. Τα φύλλα του είναι επιμήκη, τριγωνικά και συγκεντρωμένα στην βάση του φυτού. Τα άνθη έχουν τέπαλα λευκά με κοκκινωπή νεύρωση στην μέση, σε επάκριους βότρεις. Παρότι τα άνθη του μεμονωμένα ή σε μακροφωτογράφηση φαίνονται ενδιαφέροντα, στην φύση η παρουσία των ασφόδελων μέσα στο πετρώδες τοπίο και με την σχοινοειδή μορφή των βλαστών του δεν συνιστά ευχάριστο θέαμα. Ίσως γι' αυτό οι αρχαίοι συνέδεσαν το φυτό με τον Κάτω Κόσμο και το είχαν ως σύμβολο πένθους.

Στην Αμοργό το φυτό λέγεται «ασφόντηλας», δηλαδή διατηρεί το αρχαίο του όνομα που που θεωρείται άγνωστης ετυμολογίας. Ένα παλιό και τώρα σχεδόν εγκαταλελειμένο χωριό στην Αιγιάλη, ο Ασφοντηλίτης (ή Ασφοντυλίτης), είναι πιθανό να έχει ονομαστεί έτσι από τους ασφόδελους που έχει η περιοχή. Για το όνομα του Ασφοντηλίτη πατείστε εδώ.

Παρασκευή, 22 Ιούνιος 2007

Urginea maritima / Σκιλλοκρεμμύδα (ασκέλλα)

Όρμος Παραδείσα - Κολοφάνα, Κάτω Μεριά
01/09/2005


Κοινό φυτό και πλατιά διεσπαμένο φυτό είναι η σκιλλοκρεμμύδα (Urginea maritima - ουργινέα η παράλια) αλλά έχει το ενδιαφέρον ότι ανθίζει μέσα στο καυτό κατακαλόκαιρο. Στην Αμοργό ονομάζεται ασκέλλα. Είναι βέβαια και ιδιαίτερα αγαπητή, γιατί θεωρείται σύμβολο καλοτυχίας γι' αυτό και συνεχίζουμε να την κρεμάμε έξω από τις πόρτες την Πρωτοχρονιά. Φαίνεται ότι η συνήθεια αυτή είναι αρχαία, γιατί το ίδιο έκανε και ο Πυθαγόρας ως αλεξιφάρμακο.

Ο βολβός της σκιλλοκρεμύδας είναι ογκώδης και φτάνει σε διάμετρο τα 15 εκατοστά. Σε πολλά σημεία στην Αμοργό ο μισός βολβός είναι πάνω από το έδαφος, είτε γιατί έχει φυτρώσει στην σχισμή κάποιου βράχου είτε γιατί έχει αποπλυθεί το χώμα γύρω του από κάποιο καλοκαρινό μπουρίνι. Τα φύλλα της είναι λεία, πλατιά και λογχοειδή. Βγαίνουν την άνοιξη σε δέσμη αλλά το καλοκαίρι ξεραίνονται και πέφτουν, λίγο πριν από την άνθηση.

Ο ανθοφόρος βλαστός είναι όρθιος, λεπτός, άφυλλος και κοκκινωπός. Τα άνθη, που σχηματίζουν πυκνή και μακρόστενη ταξιανθία, έχουν τέπαλα λευκά με ρόδινο νεύρο. Παρά το όνομά της (παράλια), η σκιλλοκρεμμύδα βγαίνει παντού και σ' όλα τα εδάφη και φυσικά στα αλατώδη δίπλα στην θάλασσα. Είναι φυτό δηλητηριώδες αλλά χρησιμοποείται σε πολλές φαρμακευτικές εφαρμογές, ήδη από την αρχαιότητα.

Ο Γάλλος περιηγητής Σονινί (Sonnini de Manoncourt) στο ελληνικό χρονικό του γράφει ότι το 1779 που επισκέφθηκε την Αμοργό έμποροι από την Αγγλία φόρτωνα καραβιές με «εγγλέζικο χόρτο» (είδος βαφικού λειχήνα που απέδιδε κόκκινο χρώμα) και σκυλλοκρεμύδες που, όπως γράφει, «είναι ένα φυτό που φυτρώνει ανάμεσα στους βράχους και θεραπεύει τους λειχήνες (έρπητες)».

Ο ίδιος ο Σονινί είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει τα λαμπρά αποτελέσματα της θεραπείας. Και γράφει πως χρησιμοποιούσαν οι νησιώτες τις σκιλλοκρεμμύδες. Έκοβαν ένα κομμάτι από τον βολβό κι έτριβαν με αυτό εκείνο το σημείο του δέρματος που έπασχε, αφού προηγουμένως το χάραζαν για να απορροφήσει καλύτερα τον χυμό. Έτσι εξαφανίζονταν εντελώς οι έρπητες.

«Αλλά στην χώρα των δεισιδαιμονιών», γράφει ο Σονινί, «δεν περιορίζονται μόνο στις εφαρμογές που επιβάλει η πρακτική εμπειρία. Αποδίδουν στην σκιλλοκρεμμύδα και την ιδιότητα να διατηρεί τα δόντια λευκά και ολόγερα. Τρίβοντάς τα με τον βολβό; Όχι. Μόλις δεις σκιλλοκρεμμύδα να φυτρώνει γονατίζεις και δαγκώνεις το φυλλαράκι που προβάλλει από το χώμα, άσπρο όπως είναι με μαύρες βούλες».

Το όνομα της σκιλλοκρεμμύδας είναι αρχαίο. Προέρχεται από την «σκίλλη». Ο Σονινί μας πληροφορεί ότι στα νησιά του Αιγαίου την ονόμαζαν επίσης «κουβαρόσκιλλα» και «αρχιδόσκιλλα», διατηρώντας βέβαια κυρίαρχο το αρχαίο όνομα «σκίλλη». Στην Αμοργό ονομάζεται «σκιλλοκρεμμύδα», «κρομμυδοσκέλλα» και «ασκέλλα», πάλι με κυρίαρχο το αρχαίο «σκίλλη».
Πηγές:
* Βαγγέλη Παπιομύτογλου «Αγριολούλουδα της Κρήτης», εκδόσεις Mediterraneo, Ρέθυμνο 2006.
* Γιώργου Σφήκα «Αγριολούλουδα της Κρήτης», εκδ. Ευσταθιάδης, Αθήνα 1999.
* «Οι ξένοι γράφουν για την Αμοργό», εκδ. "Κάστρο της Αμοργού", Αμοργός 2006
* Κυριάκου Σιμόπουλου «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα», Αθήνα 1981
* Π. Π. Γενναδίου «Φυτολογικόν Λεξικόν», Αθήναι 1914 (ανατύπωση 1986)
Όρμος Παραδείσα - Κολοφάνα, Κάτω Μεριά
01/09/2005
Κατάπολα, 09/12/2005
Παραλία Καλοταρίτισσας - Κάτω Μεριά
10/12/2005
Αρκεσίνη - Κάτω Μεριά
03/08/2004

Πέμπτη, 14 Ιούνιος 2007

Nerium oleander / Νήριο η ροδοδάφνη - Πικροδάφνη - πικροφυλλάδα

Ρεματιά Βαρσαμίτη, 03/08/2004


Μέσα στο φαιοκίτρινο τοπίο του μακρού και ξηροθερμικού αμοργιανού καλοκαιριού, η πικροδάφνη πλουτίζει το μάτι με πράσινες και κόκκινες αποχρώσεις. Η πικροδάφνη (Nerium oleander) ονομάζεται στην Αμοργό «πικροφυλλάδα», με έμφαση στα πικρά και δηλητηριώδη φύλλα της που, φυσικά, δεν μπορούν να τα φάνε τα κατσίκια. Με αυτό τον αμυντικό μηχανισμό, απέναντι στην λαίλαπα των κατσικιών και των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων τους, οι πικροφυλλάδες γεμίζουν όλες τις ρεματιές του νησιού με πλούσια φυτεία σε όλη την διάρκεια του καλοκαιριού.

Η πικροδάφνη έχει φύλλα λογχοειδή, οξύληκτα, ανά τρία σε σπονδύλους, σκληρά. Τα άνθη της είναι μεγάλα, ρόδινα και φύονται σε ομάδες στις άκρες των βλαστών. Θέλει υγρά εδάφη, γι' αυτό και ευδοκιμεί σε ρεματιές και φαράγγια. Είναι φυτό πολύ δηλητηριώδες αλλά και πολύ διακοσμητικό, γι' αυτό, και πολύ σωστά, φυτεύται (και ομορφαίνει) τα πρανή και τις νησίδες των αυτοκινητόδρομων.
Η πικροφυλλάδα στην Αμοργό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να καλλωπίσει δρόμους και οικισμούς αλλά, δυστυχώς, ελάχιστη χρήση έχει γίνει αυτής της δυνατότητας.

Πικροδάφνη ως καλλωπιστική στα Κατάπολα, 02/08/2004



Πικροδάφνη μαζί με καλαμιές στις Λεύκες, που είναι πλούσιες σε υπόγεια νερά
10/08/2004

Σκληρό και ανθεκτικό φυτό η πικροδάφνη ξεπηδάει μέσα από την σχισμή ενός βράχου στο ρέμα του Φονιά, που από την Χώρα κατεβαίνει κρεμαστό στα Κατάπολα
09/12/2005

Αυτή η πικροδάφνη ρίζωσε σε μια προεξοχή του βράχου της μονής Χοζοβιώτισσας και από τότε εποπτεύει το πέλαγος

Δευτέρα, 11 Ιούνιος 2007

Echinops spinosissimus - Εχίνοψ ο ακανθότατος

Άγιος Γεώργιος Βαλσαμίτης - 03/08/2004
Πολύ κοινό αυτό το αγκάθι βρίσκεται σχεδόν παντού στην Αμοργό σε ξηρές και πετρώδεις τοποθεσίες. Στα πρανή και τα πλαϊνά των δρόμων σχηματίζει μεγάλες αποικίες. Τώρα που μπαίνουμε στην μακρά ξηροθερμική περίοδο του καλοκαιριού τα αγκάθια συνεχίζουν στο νησί να υπενθυμίζουν ότι ένα μέρος της φύσης είναι ζωντανό. Ιδιαίτερα, ο εχίνοψ με τα κυανά άνθη του που ξεπετάγονται από τα αγκάθια, δίνει μια ζωηρή πινελιά στην εικόνα με τα ξερόχορτα.

Ο εχίνοψ είναι πολυετές φυτό με λείο, διακλαδισμένο βλαστό και φύλλα πτεροσχιδή. Η όλη του μορφή (ακανθότατη, όπως τονίζει η επιστημονική του ονομασία) μας δείχνει ότι έχει διαμορφώσει έναν πλήρη αμυντικό σχηματισμό απέναντι στα κατσίκια, που το καλοκαίρι δυσκολεύονται να βρουν τροφή και μετατρέπονται σε τροφικό οδοστρωτήρα. Η παρατήρηση αυτή έχει την σημασία της, γιατί οι επικρατούσες αρχαιολογικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι τα κατσίκια ήρθαν από την Ανατολή (μαζί φυσικά με τους ανθρώπους που τα έφεραν). Ο εχίνοψ και άλλα φυτά με παρόμοια αμυντικά χαρακτηριστικά αποτελούν μία έμμεση αλλά σαφή απόδειξη για το αντίθετο.

Το επιστημονικό του όνομα προέρχεται από τις λέξεις εχίνος+όψις, δηλαδή το φυτό έχει την όψη του αχινού. Το όνομα (και η μορφή) έχει κι αυτό την σημασία του, γιατί μας δείχνει ότι η φύση τείνει να αντιγράφει τις ώριμες δομές, ανεξάρτητα από το βιο-περιβάλλον. Χωρίς υπερβολή μπορούμε να πούμε ότι ο εχίνοψ είναι ο «αχινός της στεριάς», τόσο ίδια είναι η δομή του με τον θαλασσινό αχινό.

Ακολουθούν μερικές ακόμα φωτογραφίες, οι περισσότερες από την περιοχή του Βαρσαμίτη...
Χώρα, 27/06/2005

Παρασκευή, 8 Ιούνιος 2007

Opuntia ficus-indica / Φραγκοσυκιά

Φραγκοσυκιά στον Ασφοντυλίτη (Αιγιάλη)


Πολύ κοινό φυτό στην Αμοργό, όπως και σε όλη τα νησιά, είναι η φραγκοσυκιά. Θα μας συντροφεύει συνεχώς στην ζεστή και άνυδρη περίοδο του καλοκαιριού, περιμένοντας να ωριμάσουν οι καρποι τους, που όμως θέλουν πείρα στο καθάρισμα.
Στην Αμοργό βρίσκεται στα κράσπεδα των οικισμών και των αγροτοκτηνοτροφικών εγκαταστάσεων. Έχει δηλαδή φυτευτεί επίτηδες και οι συστάδες που σχηματίζει είναι ταυτόχρονα περίφραξη και ανεμοφράχτης.

Για την ονομασία της υπάρχουν δύο εκδοχές. Ή ότι εισήχθη στην Ελλάδα την περίοδο της φραγκοκρατίας ή ότι δηλώνει πως είναι είδος ξενικό (φράγκικο). Για το δεύτερο συνθετικό του ονόματος χρησιμοποιήθηκε το σύκο, που είναι κι αυτό μαλακό με πολλούς σπόρους και ωριμάζει την ίδια περίοδο, όπως το φραγκόσυκο.
Ο Αμοργιανός δημοσιογράφος Μιχάλης Στρατουδάκης έχει γράψει ολόκληρη μονογραφία 500 σελίδων για τα φραγκόσυκα με έμφαση στην Αμοργό. Κάνει ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις στις οποίες θα αναφερθούμε σε άλλες σημειώσεις για την φραγκοσυκιά. Προς το παρόν, ας δούμε την περιγραφή της:

«Αν και ιθαγενές της Αμερικής, η φραγκοσυκιά έχει εγκλιματιστεί τόσο καλά στο μεσογειακό κλίμα, ώστε ευδοκιμεί σ' όλες τις παραμεσόγειες χώρες. Μπορεί να πάρει δενδρώδη μορφή, αν και συχνότερα διαμορφώνεται σας θάμνος σε φράχτες. Οι βλαστοί αποτελούνται από αρθρωτά, ωοειδή, σαρκώδη τμήματα, πολύ αγκαθωτά, που το μη΄κος τους μπορεί να φτάσει τα 40 εκ. Τα άνθη είναι κίτρινα και οι καρποί κυλινδρικοί, κόκκινοι με πληθώρα από μικρά αγκάθια. Οι καρπό, τα φραγόσυκα, είναι πάρα πολύ γευστικοί και στην Ελλάδα αποτελούν εξαίρετο καλοκαιρινό φρούτο γι' αυτούς που "ξέρουν να τα καθαρίζουν".»
(Βαγγέλη Παπιομύτογλου «Τα αγριολούλουδα της Ελλάδας», εκδόσεις Mediterraneo, Ρέθυμνο 2006.)
Φραγκοσυκιά στα κράσπεδα της Χώρας
Αυτές οι φραγκοσυκιές έχουν εξαπλωθεί ανάμεσα στους σχίνους στην Λαγκάδα της Αιγιάλης, στο μονοπάτι προς την Επανοχωριανή

Δευτέρα, 4 Ιούνιος 2007

Capparis spinosa / Κάππαρη η ακανθωτή


Στους βράχους της Χοζοβιώτισσας - 27 Ιουνίου 2005

Η κάππαρη είναι ένα πολύ κοινό φυτό στην Αμοργό, όπως και σχεδόν παντού στην Ελλάδα, σε εδάφη φτωχά ή και προβληματικά. Η ιδιαιτερότητά του είναι ότι ανθίζει το καλοκαίρι, με λουλούδια πολύ εντυπωσιακά και συνεχίζει να προσφέρει πράσινες πινελιές σχεδόν σ' όλη την διάρκεια του καλοκαιριού στο νησί που έχει περάσει στην φαιοπράσινη θερινή του εικόνα. Στην Αμοργό το φυτό ονομάζεται καππαριά.

Οικογένεια: CAPPARACEAE
Capparis spinosa - Κάππαρη η αγκαθωτή

«Μικρός πολυετής πολύκλαδος θάμνος που προτιμά βράχους και ρωγμές τοίχων. Βλαστοί πολλοί, πλεγμένοι μεταξύ τους, και φύλλα δερματώδη, ωοειδή, σχεδόν στρογγυλά, λεία, έμμισχα. Άνθη μεγάλα σε μικρό ποδίσκο, λευκά ή ρόδινα, με 4 σέπαλα, ρόδινα ή πράσινα και 4 λευκά πέταλα, μεγαλύτερα. Στήμονες ρόδινοι, χαρακτηριστικά πολλοί, μακρύτεροι από τα πέταλα που δίνουν μια ιδιαίτερη εικόνα στο άνθος. Τα μικρά μπουμπούκια της κάππαρης,συλλέγονται και διατηρούνται στην άλμη, για να χρησιμοποιηθούν σαν συνοδευτικό στις σαλάτες.» [1]

«Ο Διοσκουρίδης μας άφησε μια λεπτομερή περιγραφή για την κάππαρη (Capparis spinosa), στην οποία όμως έκανε ένα λάθος. Συγχέει τον καρπό με το μπουμπούκι, γιατί αυτό το τελευταίο, πριν ανοίξει, γίνεται τουρσί. Η κάππαρη τρωγόταν, όπως και σήμερα,μέσα σε σαλάτες και σάλτσες. Ο Αθήναιος αναφέρει την κάππαρη σε έξη σημεία του βιβλίου του και βάζει το φιλόσοφο Ζήνωνα να ορκίζεται στην κάππαρη, όπως ο Σωκράτης ορκιζόταν στον σκύλο. Ο ποιητής Αντιφάνης αναφέρει την κάππαρη στον κατάλογό του των μπαχαρικών μαζί με το αλάτι, το θυμάρι, το σουσάμι, την μαντζουράνα, το ξύδι και τις ελιές.» [2]

Οι φιλόλογοι όταν δεν μπορούν να ετυμολογήσουν μια λέξη, την αποδίδουν συνήθως σε δάνειο από κάποια άγνωστη ή ξένη γλώσσα, όπως κάνει ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του. Αλλά πως μπορεί να δανείστηκαν στην Ελλάδα μια ξένη λέξη, όταν η κάππαρη είναι τόσο κοινή στον τόπο μας, ώστε να ανθίζει δίπλα στις πολυκατοικίες (ενίοτε και πάνω τους) της Αθήνας;


Στο πρανές του δρόμου Χώρας - Καταπόλων
27 Ιουνιου 2005
Παραπομπές:
  • [1] Βαγγέλη Παπιομύτογλου «Αγριολούλουδα της Κρήτης», εκδόσεις Mediterraneo, Ρέθυμνο 2006.
  • [2] Έλμουτ Μπάουμαν Η ελληνική χλωρίδα στο μύθο, στην τέχνη, στη λογοτεχνία», έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Ποστασίας της Φύσεως, Αθήνα 1993.
  • Γ. Μπαμπινιώτη «Λεξικό νέας ελληνικής γλώσσας», Αθήνα 1998